ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκλογές 2019: Η επαναευθυγράμμιση;

του Αλέξη Γκοτινάκου

Οι εκλογές του περασμένου μήνα -μαζί με όλα όσα αυτές συνεπάγονται- ολοκληρώθηκαν, και πλέον στο επίκεντρο του δημοσίου διαλόγου βρίσκεται η νέα κυβέρνηση και το πρόγραμμα της. ‘Έτσι λοιπόν, η χρονική απόσταση από την προεκλογική περίοδο και την κάλπη δίνει την ευκαιρία για μια συνολικότερη, πανοραμική ερμηνεία της εκλογικής συμπεριφοράς.

Σύντομη εκλογική ιστορία

Από τη μεταπολίτευση και έπειτα, βασικό χαρακτηριστικό του ελληνικού εκλογικού συστήματος αποτελούσε ο δικομματισμός. Η διχοτόμηση της κοινωνίας σε δύο τόξα-στρατόπεδα, δεξιό και αριστερό, αποτελούσε το πολιτικό όχημα για την έκφραση πολιτικών αιτημάτων, αλλά και για την επιλογή κυβέρνησης, και ήταν ένα σύστημα ικανό να παράγει αυτοδύναμες, μονοκομματικές κυβερνήσεις.

            Ωστόσο, το 2011 σήμανε το τέλος αυτής της παράδοσης, όταν υπό το βάρος της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής, πολιτικής με άλλα λόγια, κρίσης, η κυβέρνηση Παπανδρέου παραιτήθηκε, αφότου έχασε την ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή.  Αντικαταστάθηκε από κυβέρνηση συνεργασίας με επικεφαλής τον Λουκά Παπαδήμο, εγκαινιάζοντας μία νέα εποχή στην εκλογική ιστορία της Ελλάδας, εποχή που θα χαρακτηριζόταν από τεχνοκρατικές, υπηρεσιακές και κυβερνήσεις αλλόκοτης, βλέπε παρακάτω,  συνεργασίας.

            Παράλληλα, ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα της νέας αυτής εποχής ήταν η ανάδυση πολλών καινούριων, μικρών πολιτικών μορφωμάτων, όπως φάνηκε καθαρά στους δύο εκλογικούς “σεισμούς” του 2012. Οι εκλογείς, τιμώρησαν με την ψήφο τους τα κόμματα που είδαν ως υπεύθυνα για τα μνημόνια, και έτσι τόσο η ΝΔ,  κυρίως όμως το ΠΑΣΟΚ, υπέστησαν πρωτοφανή εκλογική συρρίκνωση, ενώ χρειάστηκε να συνεργαστούν μεταξύ τους αλλά και με τη ΔΗΜΑΡ προκειμένου να εξασφαλίσουν πλειοψηφία στη Βουλή. Τις απώλειες του ΠΑΣΟΚ, φυσικά, δεν απορρόφησε η ΝΔ, όπως συνέβαινε συνήθως, αλλά μικρότερα κόμματα με κυριότερο τον ΣΥΡΙΖΑ, του οποίου το πολιτικό άστρο αρχιζε να φέγγει λαμπρό.

            Έτσι, μέχρι τις εκλογές του 2015 κατάφερε να εξελιχθεί στην σημαντικότερη δύναμη της εγχώριας πολιτικής σκηνής, και μέσα στο διάστημα ενός ασυνήθιστα ταραγμένου έτους πήρε δύο φορές τη λαϊκή εντολή να κυβερνήσει, όπως και έκανε, από κοινού με τους ΑΝΕΛ, συνεχίζοντας την παγιωμένη πλέον τάση των αλλόκοτων συνεργασιών. Η πρώτη του νίκη ήταν γενικώς αναμενόμενη. Η δεύτερη αντιθέτως, έρχεται σε αντιδιαστολή με την κοινή λογική, καθώς μετά τα γεγονότα του Ιουλίου και την υπογραφή μνημονίου, το εκλογικό σώμα δεν αποφάσισε να τιμωρήσει στην κάλπη το κυβερνών κόμμα. Πολύ εύκολα μπορεί η παραπάνω απόφαση να αποδοθεί στην έλλειψη φανερών εναλλακτικών, ίσως όμως να οφείλεται και στην εμφάνιση μιάς δυναμικής επανεδραίωσης του δικομματισμού, σε μία αποδυναμωμένη έστω έκφανση του,  και την προσπάθεια να επανέλθει η χώρα σε μία κανονικότητα.

Σήμερα

Περνώντας έτσι στις πιο πρόσφατες εκλογές, αυτή ακριβώς η δεύτερη ερμηνεία φαίνεται να έχει δικαιωθεί. Από τους έξι στους δέκα συμπολίτες μας που πήγαν στις κάλπες, οι 70% υποστήριξαν ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα. Σε αυτή την αναμέτρηση, όπως και στις εγγύτερες Ευρωεκλογές, ο ΣΥΡΙΖΑ τιμωρήθηκε πολιτικά, και τη σκυτάλη παρέδωσαν οι εκλογείς στην Νέα Δημοκρατία που πρώτη μετά από αρκετό καιρό κατάφερε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση με 158 έδρες στη Βουλή.

            Σε σύγκριση με τις Ευρωεκλογές, που απείχαν μόνο ένα μήνα, η απήχηση της ΝΔ αυξήθηκε κατά έξι ποσοστιαίες μονάδες , σε βάρος των μικρότερων κομμάτων, γεγονός που επαληθεύει την υπόθεση περί τακτικής ψήφου στις εθνικές εκλογές, με τους πολίτες να μην επιζητούν κατακερματισμό της πολιτικής δύναμης, αλλά συγκέντρωση της γύρω από δύο πόλους.

            Σαφώς για την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν αρκετοί λόγοι. Ωστόσο, οι μόνοι που μπορούν να εξηγήσουν την περιρρέουσα πόλωση είναι η απογοήτευση των Ελλήνων για τη μεταστροφή των κομματικών του θέσεων και η προσωποκεντρική διάσταση της προεκλογικής περιόδου. Και αυτό διότι η τομή “μνημόνιο-αντιμνημόνιο” δεν υφίσταται πια, και πέρα από ορισμένες ιδεολογικές, ρητορικές και σχετικές με τον τρόπο διακυβέρνησης, πολιτικές διαφορές δεν υπάρχουν ανάμεσα στα δύο κόμματα εξουσίας, στη βάση τουλάχιστον των κύριων ζητημάτων. Εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα αποτελεί εν μέρει ο τομέας της κοινωνικής πολιτικής, με την ΝΔ να εστιάζει στη χωλαίνουσα μεσαία τάξη και τον ΣΥΡΙΖΑ στα λαϊκά στρώματα, σε μία εποχή ωστόσο που ο διαχωρισμός αυτός μοιάζει άκαιρος, ή έστω δυσδιάκριτος.

Η ευρύτερη εικόνα

Με τις φετινές εκλογές μοιάζει να έκλεισε ένας κύκλος για το εκλογικό σύστημα της χώρας μας, και να περνάμε/επιστρέφουμε σε ένα διαφορετικό πολιτικό modus operandi. Είναι άξιο προσοχής ότι πρώτοι εμείς φτάσαμε στην επανευθυγράμμιση του πολιτικού μας συστήματος, ενώ παρόμοιες με τη δική μας απορρύθμιση γνώρισε -και γνωρίζει ακόμα- το σύνολο των Ευρωπαϊκών χωρών.

            Παρά ταύτα, κανείς δε μπορεί να αρνηθεί τη δύσκολη κατάσταση που βιώνει η χώρα μας τα τελευταία χρόνια και τα προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η εκάστοτε κυβέρνηση. Επίσης, λίγους πείθουν οι υποσχέσεις περί κατακόρυφης οικονομικής ανάπτυξης και προσέλκυσης επενδυτών από τους μεν και τους δε, όταν ο μόνος ορατός επενδυτής στη χώρα μας είναι διαχρονικά το κράτος. Συνεπώς, η εκλογική ισορροπία προέκυψε σίγουρα ως αποτέλεσμα αρνητικής ψήφου απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ, κομματικής ταύτισης με τη ΝΔ ,που κατάφερε να επαναπατρίσει απολεσθέντες ψηφοφόρους ,καί τακτικής, προσανατολισμένης οικονομικά ψήφου συνολικότερα.

            Προέκυψε όμως, πρωτίστως, από ένα αίτημα, ή μία “εντολή”, αν προτιμάτε, για επιστροφή στη σταθερότητα. Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίον εξοβελίστηκαν τα μικρότερα κόμματα και οι συνεργασίες από το προσκήνιο. Είναι, λοιπόν, στα χέρια του καινούριου συστήματος, κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, η ευόδωση του “στοιχήματος” στο οποίο οι πολίτες έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους. Σε αντίθετη περίπτωση, τίποτα δε στέκεται εμπόδιο στην έναρξη ενός νέου κύκλου αστάθειας, αποσυσπείρωσης και κλυδωνισμών στην ελληνική πολιτική ζωή.