Ευθέως

Λαϊκισμού έλεγχος

Το φαινόμενο του λαϊκισμού, δυστυχώς, ανέκαθεν αποτελεί ένα δημοφιλέστατο μενού στη μεσογειακή δίαιτα του λαού μας. Ο έλεγχος, η κριτική αυτού του φαινομένου πιστεύω ότι τονώνει την επαγρύπνηση όλων εκείνων που στέκονται απέναντί του και τον αντιμάχονται ως υπαίτιο πολλών από τα κακώς κείμενα στον τόπο μας.

Γράφει ο Σταύρος Κότσιρας

Όπως είναι γνωστό και από τα λεξικά, λαϊκισμός είναι ο έπαινος και η κολακεία των αδυναμιών και των ελαττωμάτων του λαού, καθώς και η υιοθέτηση θέσεων που τον ευχαριστούν, χωρίς όμως και να τον ωφελούν, με σκοπό την εξασφάλιση της εύνοιάς του. Με άλλα λόγια, η εσκεμμένη ανειλικρίνεια είναι το βασικό χαρακτηριστικό του. Λέγεται κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, για να κολακευτεί ο αποδέκτης του λαϊκιστικού μηνύματος και να αποκομίσει όφελος ο πομπός του. Συνήθεις, αλλά όχι αποκλειστικοί, πομποί είναι η πολιτική τάξη και τα ΜΜΕ (ένα μέρος τους τουλάχιστον), ενώ στο ρόλο του αποδέκτη είναι πάντοτε ο λαός.

Το φαινόμενο του λαϊκισμού δεν είναι μόνο διαδεδομένο σε όλα τα πλάτη της γης, αλλά έχει και ιστορικό βάθος. Ήδη στην αρχαία Ελλάδα υπήρχαν δημαγωγοί ή δημεγέρτες πολιτικοί, όπως π.χ. ο διαβόητος Κλέων, σε χτυπητή αντίθεση με υπεύθυνους πολιτικούς, όπως π.χ. ο Περικλής, ο οποίος σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (2,65) “αναδειχθείς εις ύψιστον βαθμόν ανώτερος χρημάτων, συνεκράτει τον λαόν, μολονότι σεβόμενος τας ελευθερίας του, και αυτός μάλλον ωδήγει αυτόν παρά ωδηγείτο από αυτόν. Καθόσον, μη επιδιώκων ν’ αποκτήση επιρροήν δι’ αθεμίτων μέσων, δεν ωμίλει προς κολακείαν, αλλά, στηριζόμενος εις την κοινήν προς αυτόν εκτίμησιν, ηδύνατο και ν’ αντιταχθή κατ’ αυτού, προκαλών εν ανάγκη και την οργήν του (…). Ενώ οι διάδοχοί του (…) ήσαν έτοιμοι και αυτήν την κατεύθυνσιν των δημοσίων υποθέσεων να θυσιάζουν εις τας εκάστοτε ορέξεις του πλήθους” (Μετάφραση Ελευθερίου Βενιζέλου).

Ο λαϊκισμός χρησιμοποιεί ως βασικό τρόπο πειθούς την πρόκληση συναισθημάτων του δέκτη. Απευθύνεται δηλαδή στο συναίσθημα και όχι στη λογική, για να αποφύγει την αποδεικτική ισχύ της επιχειρηματολογίας. Όποτε όμως καταφεύγει στη λογική, τη χρησιμοποιεί με σοφιστικό τρόπο, κάνοντας το άσπρο μαύρο ή, κατά την αρχαία διατύπωση, “ποιών τον ήσσονα λόγον κρείττω”. Στο πλαίσιο της επίκλησης στο συναίσθημα, εκμεταλλεύεται τα συναισθήματα, τις προκαταλήψεις, τα όνειρα και τις προσδοκίες του απλού ανθρώπου, για να πετύχει το σκοπό του.

Παράλληλα με την απέχθεια που έχει ο λαϊκισμός προς τον ορθολογισμό, διακρίνεται και για την εχθρότητά του προς τον εκσυγχρονισμό, ο οποίος άλλωστε ορίζεται και ως εξορθολογισμός. Τάσσεται αναφανδόν υπέρ του “status quo” και των “κεκτημένων” που έχουν αποκτήσει προνομιούχες συντεχνίες μέσα από τις διαδικασίες των πελατειακών σχέσεων της πολιτικής τάξης με τους πολίτες. Είναι, λοιπόν, αντιμεταρρυθμιστικός και, κατά συνέπεια, συντηρητικός.

Στον πυρήνα του λαϊκισμού βρίσκεται η τάση του να απαλλάσσει το λαό από κάθε ευθύνη. Έτσι, για την εγχώρια οικονομική κρίση της περασμένης δεκαετίας δεν αναγνωρίζει καμιά συνυπαιτιότητα, συνευθύνη και συνενοχή του λαϊκού παράγοντα (στα φαινόμενα της ανομίας, της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, για παράδειγμα), αλλά θεωρεί ότι αποκλειστικοί υπεύθυνοι είναι οι πολιτικοί αντίπαλοι με τη διαχρονική τους δράση και, επιπλέον, οι ξένοι, ο καπιταλισμός και οι λοιπές σκοτεινές δυνάμεις. Το άνθος της συνωμοσιολογίας, απότοκο του ανορθολογισμού, παίρνει την εξέχουσα θέση του , ως “άνθος του κακού”, στον “ευώδη” κήπο του λαϊκισμού. Πίσω από τα δεινά μας όλο και κάποιος Χένρι Κίσιντζερ ή Τζορτζ Σόρος θα κρύβεται…

Αν η αξιοκρατία εξακολουθεί να είναι ένα ορθολογικό ζητούμενο μέσα στην ελληνική κοινωνία, ο λαϊκισμός ως αντιελιτισμός συντάσσεται με την αναξιοκρατία. Θεωρεί δημοκρατικό δικαίωμα τον ισοπεδωτισμό, ο οποίος βέβαια δεν έχει καμιά σχέση με την ισότητα δικαιωμάτων και ευκαιριών. Πιστεύει ότι δεν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους: Ικανοί και ανίκανοι, όλοι έχουν την ίδια αξία! Επόμενο είναι η αριστεία να βρίσκεται στο στόχαστρό του: τη σημαία πρέπει να την κρατάει όχι ο άριστος μαθητής, αλλά όποιος βγαίνει από κλήρωση!

Πρέπει να ομολογηθεί ότι ο λαϊκισμός έχει μεγάλη πέραση στην κοινωνία μας. Δυστυχώς, ο λαός μας αρέσκεται στο “παραμύθιασμά” του. Ενθουσιάζεται με το να του υπενθυμίζουν τους μύθους του και τα στερεότυπα με τα οποία έχει γαλουχηθεί. Αυτό το γνωρίζουν άριστα οι πολιτικοί μας, με αποτέλεσμα ο λαϊκισμός να είναι ενδημικό φαινόμενο σε όλο σχεδόν το φάσμα της πολιτικής μας τάξης. Ποτέ κανένας που επιδόθηκε στο “ευγενές” αυτό άθλημα δεν βγήκε χαμένος. Αντίθετα, πολιτικοί με τόλμη να λένε πικρές αλήθειες ενώπιον του λαού είναι ελάχιστα δημοφιλείς, αν δεν λοιδορούνται κιόλας για την αποκοτιά τους.

Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να επαινεθεί η αντίσταση που επέδειξε κατά τις τελευταίες εκλογές η πλειοψηφία των ψηφοφόρων απέναντι στον καταιγισμό των λαΙκιστικών παροχών και υποσχέσεων της καταρρέουσας εξουσίας του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι νωρίς, όμως, να θεωρήσουμε ότι αυτή η αντίσταση βάζει ένα οριστικό τέλος στην πληγή του λαϊκισμού. Ο χρόνος θα δείξει αν ο λαϊκισμός έχασε τον πόλεμο στη χώρα μας ή (το πιθανότερο) απλώς μια μάχη…