ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

Ο μύθος της «κοινωνικής συνοχής και ομοψυχίας» και το μπάχαλο του ποδοσφαίρου

Το πρόσφατο μπάχαλο που έχει δημιουργηθεί στο ποδόσφαιρο τον τελευταίο μήνα έβγαλε στην επιφάνεια πτυχές της κοινωνικής μας πραγματικότητας που επιμελώς θέλουμε να αγνοούμε για την πολυετή κόντρα που πάντα προϋπήρχε μεταξύ πρωτεύουσας και συμπρωτεύουσας ή, καλύτερα, μεταξύ κέντρου και περιφέρειας.

Η κόντρα μεταξύ δύο ομάδων, η οποία στην ουσία της είναι η κόντρα μεταξύ δύο ανώνυμων εταιρειών, δημιούργησε μια εκρηκτική κατάσταση τόσο σε κοινωνικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, η οποία ώθησε μια κυβέρνηση να πάρει απίστευτα βιαστικές και αμφιβόλου νομιμότητας αποφάσεις στο όνομα της «κοινωνικής συνοχής και ομοψυχίας», μιας συνοχής που ήταν τόσο υπαρκτή πριν το μπάχαλο όσο και οι μονόκεροι.

Στην συνέντευξη που παραχώρησε το βράδυ της Δευτέρας (την ημέρα της έκδοσης της επίμαχης εισήγησης της ΕΕΑ) στο κανάλι OPEN ο αντιπρόεδρος της ΠΑΕ ΠΑΟΚ, κος Μ. Γκαγκάτσης, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι συχνά οι οπαδοί της ομάδας ή γενικότερα οι κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας δεν αντιμετωπίζονται ως Έλληνες. Λίγες ώρες πριν, οι οπαδοί του ΠΑΟΚ είχαν αναρτήσει πανό εντός της Τούμπας στο οποίο έγραφαν πως «Η Ελλάδα χωρίζεται στα δύο». Έκτοτε το εν λόγω πανό και το εν λόγω σύνθημα είναι στα χείλη όλων των οπαδών του Δικεφάλου του Βορρά, προκαλώντας –εντελώς υποκριτικά- θυμό και αποτροπιασμό σε όλη την Ελλάδα και ωθώντας και την ίδια την κυβέρνηση να προβεί σε έκτακτα μέτρα για τη διασφάλιση της «εθνικής ενότητας και ομοψυχίας».

Και γράφω «υποκριτικά», διότι μόνον έτσι μπορώ να χαρακτηρίσω τα σοκαρισμένα και ανήσυχα σχόλια των υπολοίπων οπαδών όλων των άλλων ομάδων (τα οποία ακούσαμε και διαβάσαμε σωρηδόν την τελευταία εβδομάδα) όταν οι ίδιοι είναι αυτοί που σε κάθε ποδοσφαιρικό αγώνα και όχι μόνον, αποκαλούν τους οπαδούς του ΠΑΟΚ ως βούλγαρους, τούρκους ή τουρκόσπορους, γύφτους και προσφάτως Ρώσους. Δεν ξέρω αν στα πλαίσια του ποδοσφαίρου αυτό θεωρείται από κάποιους «άκακο πείραγμα», αλλά αυτού του είδους οι –κατά βάση ρατσιστικές και διχαστικές- εκφράσεις προς μια ομάδα οπαδών με ποντιακή και προσφυγική καταγωγή δεν είναι δυνατόν να μην αφήσει κατάλοιπα και να μην δημιουργήσει θυμό και αποστασιοποίηση από τους υπόλοιπους –δήθεν καθαρόαιμους- Ελλαδίτες.

Δεν είναι, όμως, μόνον τα αισχρά, γηπεδικά πειράγματα αυτού του τύπου και η καταγωγή και οι μνήμες των χαμένων πατρίδων και των διωγμών –τόσο εκτός όσο και εντός Ελλάδας- που δημιουργεί σε πολλούς Βορειοελλαδίτες την αίσθηση ότι δεν είναι Έλληνες, είναι και η ίδια η αντιμετώπιση που λαμβάνουν από την πολιτεία, δηλαδή το κέντρο, την Αθήνα.

Στην παρούσα φάση –και εδώ και δεκαετίες- η Μακεδονία είναι η περιοχή με την υψηλότερη ανεργία και φτώχεια στην Ελλάδα (δείτε εδώ τα στοιχεία). Μια περιοχή που συστηματικά αγνοείται και υποτιμάται από το Κέντρο, το οποίο παραδοσιακά συγκεντρώνει τη μερίδα του λέοντος σε ότι αφορά τα κονδύλια και τις ευκαιρίες ανάπτυξης. Μια περιοχή ιδιαιτέρως χτυπημένη από μια σειρά πολιτικών αποφάσεων που σκοπό δείχνουν να έχουν πιο πολύ την απογύμνωση, παρά την ενίσχυση της (δείτε εδώ).

 Το ίδιο, βέβαια, βιώνουν και πολλές άλλες περιφέρειες της Ελλάδας, λίγες , όμως, συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά και τα φυσικά πλεονεκτήματα της Θεσσαλονίκης, για παράδειγμα (γεωγραφική θέση, πολιτισμός, Λιμάνι).

Οι ανισότητες και οι ρατσιστικές συμπεριφορές εντός της χώρας μας, δυστυχώς, είναι πολλές και συχνά πυκνά δεν έχουν ως αποδέκτες μόνον τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, αλλά και τους ίδιους τους συμπατριώτες μας, δημιουργώντας έτσι ένα εκρηκτικό σκηνικό που συχνά εκφράζεται μέσα από το ποδόσφαιρο.  Ένα σκηνικό ματαίωσης και απελπισίας, πλήρους απέχθειας προς τις αρχές και τους άρχοντες της χώρας και φανερής ανάγκης για δημιουργία νέων ταυτοτήτων και κοινοτήτων, οι οποίες θα προσφέρουν εκτόνωση του συσσωρευμένου θυμού και μια αίσθηση αλληλεγγύης ανάμεσα σε άτομα που βιώνουν την ίδια ματαίωση και αδιαφορία από την την πολιτεία.

Σε ότι αφορά το οικονομικό σκέλος, οι αιτίες είναι πολλές που η περιφέρεια –γενικώς-  θα έρχεται πάντα σε δεύτερη μοίρα και θα λειτουργεί ως παράρτημα του Κέντρου; ανάμεσα τους είναι και η έλλειψη αυτόνομων, δυναμικών πολιτικών, με όραμα και πυγμή, ώστε να είναι διατεθειμένοι να «σπάσουν αυγά» και να διεκδικήσουν πράγματα για την περιφέρεια.

Σε ότι αφορά, τώρα, τις ρατσιστικές συμπεριφορές, αυτό είναι –πέρα από οικονομικό-και καθαρά θέμα κουλτούρας και παιδείας, καθώς ο ανιστόρητος πατριώτης δεν θα μπορέσει ποτέ να δει τη «μεγάλη εικόνα», να ξεφύγει από τον ασφυκτικό μικρόκοσμο του, ώστε να καταλάβει ότι υπάρχουν περισσότερα να τον ενώνουν παρά να τον χωρίζουν με τους συνέλληνες που αποκαλεί με τόση ελαφρότητα Βούλγαρους, Τούρκους ή Ρώσους.

Ακούσαμε, όμως, και άλλες άκρως υποκριτικές και μάλλον ανιστόρητες τοποθετήσεις την τελευταία εβδομάδα, κυρίως από πολιτικούς. Ακούσαμε περί «ποδοσφαιροποίησης της πολιτικής ζωής»; μια έκφραση που ‘φορέθηκε’ πολύ, με υποτιμητική πάντα διάθεση. Είναι προφανές ότι οι πολιτικοί –ακόμη και αυτοί που έχουν την πολιτική ευθύνη για το ποδόσφαιρο και τον αθλητισμό- δεν έχουν ιδέα περί ποδοσφαίρου, κοινωνικής ιστορίας και ιδεολογίας. Μόνον έτσι μπορώ να εξηγήσω τις γεμάτες ελαφρότητα τοποθετήσεις τους στο θέμα.

Διότι όσοι πραγματικά γνωρίζουν, ξέρουν καλά ότι η διαμάχη μεταξύ οπαδών ομάδων του Βορρά και του Νότου δεν είναι μόνον Ελληνικό φαινόμενο, αλλά και Ιταλικό και Αγγλικό και γενικώς Ευρωπαϊκό. Εμφανίζεται σε κάθε περιοχή του κόσμου όπου ο πλούτος συγκεντρώνεται σε συγκεκριμένες περιοχές εντός μιας χώρας εις βάρος των υπολοίπων περιοχών. Επίσης, δεν είναι λίγες οι ποδοσφαιρικές ομάδες με σαφής πολιτική ή θρησκευτική ταυτότητα, μια ταυτότητα που έχει πάρει υπόσταση μέσα από την ιστορία τόσο του τόπου που τις γέννησε όσο και από τους ίδιους τους οπαδούς της (π.χ. η Athletic Bilbao ή η St. Pauli του Αμβούργου). Είναι, λοιπόν, το λιγότερο γελοίο, για να μην πω ντροπιαστικό, να ακούς και να διαβάζεις τοποθετήσεις ανθρώπων (και σε αυτό συμπεριλαμβάνω και τους αθλητικογράφους) που δείχνουν να αγνοούν την τεράστια ιδεολογική και πολιτική δυναμική του ποδοσφαίρου, που δείχνουν, εν ολίγοις,  να αγνοούν την ιστορία του και την ταυτότητα των οπαδών του.

Και είναι αυτή η ελαφρότητα, αυτή η αντιμετώπιση από πλευράς παραγόντων και αρχόντων, αλλά και των κραταιών ΜΜΕ, του ποδοσφαίρου και των οπαδών του ως μια μορφή επικερδούς διασκέδασης ή μιας ευκαιρίας για τη δημιουργία οπαδικών ή κομματικών στρατών που μας έφερε στο χάλι που βιώνουμε σήμερα.

«Καμιά ειρήνη, δίχως δικαιοσύνη» είναι ένα από τα συνθήματα που συχνά χρησιμοποιούν οι οπαδοί του ΠΑΟΚ. Αναρωτιέμαι, αλήθεια, αν υπάρχει πολίτης που να μην απαιτεί το ίδιο για τον εαυτό του, που να μην απαιτεί, δηλαδή, να αντιμετωπίζεται δίκαια και με σεβασμό από τους γύρω του και από την πολιτεία. Αν ψάξουμε θα βρούμε και άλλα τόσα συνθήματα που –εκτός γηπέδου- είναι και δικές μας απαιτήσεις ή επιθυμίες και ας μην είμαστε οπαδοί κάποιας ομάδας. Όμως η κοινωνική ειρήνη,  ο σεβασμός και η δικαιοσύνη για την ώρα αγνοούνται στην καθημερινότητα μας, άρα γιατί άραγε να τους απαιτούμε να υπάρχουν τόσο επιτακτικά εντός των γηπέδων της χώρας μας; Ιδού η απορία…..

Μαρία Καραγιάννη.