Ευθέως

Πρόοδος και Αριστερά

“Τρώγε την πρόοδο
και με τα φλούδια και με τα κουκούτσια της”
(Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη)

Γραφεί ο Σταύρος Κότσιρας

Οι δυο αυτές έννοιες, πρόοδος και Αριστερά, στις συνειδήσεις των ανθρώπων σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν κοινή διαδρομή μέσα στην Ιστορία. Φυσικά, υπάρχουν ισχυρές και βάσιμες αντιρρήσεις ως προς τη διασύνδεση των δυο εννοιών. Πάντως, παραδοσιακά (το τονίζω!) έχει επικρατήσει να θεωρούνται και να ονομάζονται προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις εκείνες που ανήκουν σε όλο το φάσμα της Αριστεράς, από την ακροαριστερή μέχρι την κεντροαριστερή εκδοχή της, τη σοσιαλδημοκρατία. Από την άλλη πλευρά, ως συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις θεωρούνται εκείνες που ανήκουν στην Κεντροδεξιά ή, απλώς, στη Δεξιά.

Ήδη από τις πρώτες γραμμές υπαινίχτηκα ότι η δράση κάποιων ακροαριστερών δυνάμεων δύσκολα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως προοδευτική. Για παράδειγμα, η παγκοσμιοποίηση, κατά τη γνώμη μου, αντιπροσωπεύει μια ιστορική πρόοδο, είναι μια αντικειμενική τάση της ιστορικής εξέλιξης, αποτελεί προοδευτικό φαινόμενο απέναντι στον κλειστό εθνικό προστατευτισμό, γιατί ο τελευταίος, μεταξύ άλλων, ρίχνει το επίπεδο της παραγωγικότητας, της παραγωγής πλούτου, το βιοτικό επίπεδο και πλήττει τους καταναλωτές και τους εργαζόμενους. Όσοι λοιπόν αντιστρατεύονται την παγκοσμιοποίηση και συγκροτούν το αντι-global, το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, δηλαδή οι ακτιβιστές της Ακροαριστεράς, με δεδηλωμένο στόχο όχι να μετασχηματίσουν, να μεταμορφώσουν, αλλά να καταργήσουν την παγκοσμιοποίηση, εκτός από το ότι επιδιώκουν έναν ανέφικτο στόχο, παράλληλα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως προοδευτικοί, από τη στιγμή που πάνε κόντρα σε μια προοδευτική εξέλιξη της Ιστορίας, χωρίς να είναι σε θέση να προτείνουν μια εφικτή εναλλακτική λύση.

Σε άλλη ρότα πορεύεται η σύγχρονη ευρωπαϊκή Αριστερά, η Ευρωαριστερά. Αναγνωρίζει την οικονομία της αγοράς, που είναι μια προφανής και ανυπέρβλητη ιστορική πραγματικότητα, όμως εξακολουθεί να αντιστέκεται στην ιδεολογία της “κοινωνίας της αγοράς”, που είναι ένα πλαίσιο που υποβαθμίζει την κοινωνική προστασία και θεωρεί ότι η κοινωνική συνοχή δεν είναι ένα ύψιστο χρέος της κοινωνικής μέριμνας. Αυτή είναι μια καθαρά προοδευτική στάση.

Επίσης, η “κυβερνητική” Αριστερά αποδέχεται την ανάγκη για δημοσιονομική σταθερότητα, όμως θεωρεί ως βασικό της καθήκον να τη συνδυάζει με τη διατήρηση και την επέκταση του κοινωνικού κράτους. Η επιλογή της είναι σταθερότητα που συνδυάζεται με την ανάπτυξη, βεβαίως στα πλαίσια της, κατά το δυνατόν, κοινωνικής δικαιοσύνης. Η επιλογή αυτή είναι πολιτικά μια προοδευτική επιλογή.

Επιπλέον, ο αγώνας κατά της ανεργίας και υπέρ της απασχόλησης συγκαταλέγεται στις ιδεολογικές και πολιτικές προτεραιότητες της Κεντροαριστεράς. Γι’ αυτό θεωρεί ότι, όταν οι κοινωνίες απομακρύνονται από την ιδέα της πλήρους απασχόλησης, τότε αποσυντίθεται η ίδια η αξία της εργασίας και άρα του ανθρώπινου κεφαλαίου. Η θέση αυτή, στο πλευρό των εργαζομένων, δεν μπορεί παρά να είναι προοδευτική.

Η Ευρωαριστερά, ως η κατεξοχήν δύναμη της προόδου, θέλησε να αντιστοιχηθεί με τις προοδευτικές εξελίξεις, την οικονομική διεθνοποίηση, δηλαδή την παγκοσμιοποίηση, με τις νέες τεχνολογίες και τις καινοτομίες. Κι αυτό το έκανε υπερασπίζοντας την ιδεολογία της προόδου. Επέδειξε, επομένως, μια δογματική συνέπεια στην ηθική της προοδευτικής της πεποίθησης.

Ωστόσο, αποδείχτηκε στην πράξη ότι η πρόοδος, πέρα από τις αναμφισβήτητες ωφέλειες που, όπως αναφέραμε, προσφέρει στους εργαζόμενους, πλήττει τα βασικά κοινωνικά ερείσματα της Αριστεράς, δηλαδή τους μη προνομιούχους. Το βασικό πρόβλημα με την παγκοσμιοποίηση είναι οι μισθοί των εργαζομένων, το επίπεδο της ζωής τους και η ανισότητα που διευρύνθηκε εντυπωσιακά στις μέρες της. Παλιότερα η πρόοδος περνούσε μέσα από την κοινωνική προστασία. Σήμερα η πρόοδος, έχοντας ως στόχο την τεχνολογική καινοτομία, υποβαθμίζει τον παράγοντα “κοινωνική προστασία”. Χτες η πρόοδος έφτιαχνε δημοκρατικές συλλογικότητες, ενώ σήμερα σπρώχνει τα πράγματα στον ατομικισμό. Η Αριστερά, ως πιστή προοδευτική δύναμη, τάχθηκε φανερά με την καινοτομία, με τις νέες οικονομικές εξελίξεις – και το αποτέλεσμα είναι ότι, λόγω της διεύρυνσης της ανισότητας, λόγω της ανακατανομής του πλούτου υπέρ του κεφαλαίου, ξαφνικά βρέθηκε να μην είναι η πολιτική δύναμη στην υπηρεσία των πολλών. Η έννοια του κοινού συμφέροντος, που είχε ταχθεί να υπηρετεί, έφυγε από τα μάτια της και τη μέριμνά της. Έπεσε θύμα του ιδεολογικού φανατισμού της υπέρ της προόδου!

Τώρα τι γίνεται; Είναι φανερό ότι η ανθρωπότητα δεν είναι σε θέση να αντικαταστήσει την υπάρχουσα κοινωνία με ένα ποιοτικά ανώτερο, διαφορετικό μοντέλο κοινωνίας. Με αυτό ως δεδομένο, ο κόσμος της εργασίας και η πολιτική εκπροσώπησή του, η προοδευτική Αριστερά, πρέπει να αγωνιστούν για να μοιράζονται δικαιότερα τα κέρδη από την παγκοσμιοποίηση ανάμεσα σε εργασία και κεφάλαιο. Η εναλλακτική λύση στην παγκοσμιοποίηση είναι μια παγκοσμιοποίηση που μοιράζει δικαιότερα τα κέρδη της και περιορίζει τις ανισότητες. Γιατί βέβαια δεν υπάρχει αντίπαλος ή εναλλακτικός τρόπος παραγωγής απέναντι στην παγκοσμιοποίηση της οικονομίας.

Αυτός είναι ο δρόμος που πρέπει να πορευτεί η προοδευτική Αριστερά, αφενός για να τιμήσει το πρόσημό της “προοδευτική” και αφετέρου για να ξανακερδίσει τον κόσμο της, που δοκιμάζεται από τις ανεπιθύμητες συνέπειες της προόδου, “τα φλούδια και τα κουκούτσια της”. Οι άλλοι δρόμοι, που προτείνονται από την αρχαϊκή ή συντηρητική Αριστερά, είναι απλώς αδιέξοδοι, αν όχι επικίνδυνοι.

Εδώ στην Ελλάδα ο Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) ως Κυβερνητική Αριστερά επί 4,5 χρόνια ακολούθησε μια πολιτική που εν πολλοίς διαψεύδει τον χαρακτηρισμό του ως προοδευτικής πολιτικής δύναμης: συνοπτικά μιλώντας, πρώτον, εξουθένωσε οικονομικά τη μεσαία τάξη, τη “χρυσοτόκο όρνιθα” της οικονομίας, επιβάλλοντάς της αβάσταχτα φορολογικά βάρη, για να εξοικονομήσει υπερπλεονάσματα, που θα τα μετέτρεπε σε εφάπαξ επιδόματα για την εν δυνάμει εκλογική πελατεία του. Δεύτερον, αγνόησε επιδεικτικά την ανάγκη για ανάπτυξη της οικονομίας, με αποτέλεσμα τουλάχιστον τη στασιμότητά της. Και τρίτον, στο χώρο της Παιδείας έκανε τη συντηρητική επιλογή του λεγόμενου πανεπιστημιακού ασύλου, αφήνοντας τους πανεπιστημιακούς χώρους να είναι στο έλεος αναρχικών ομάδων και προκαλώντας υποβάθμιση των σπουδών.

Ως αποτέλεσμα της πολιτικής του απώλεσε την εξουσία. Η διάδοχός της στην εξουσία Ν.Δ., ακολουθώντας στους παραπάνω τομείς μια εκ διαμέτρου αντίθετη πολιτική, φαίνεται να κερδίζει δημοσκοπικά τις εντυπώσεις των ψηφοφόρων. Και το πιο απροσδόκητο, δυστυχώς έχουν υπονομευτεί οι έννοιες της προόδου και της συντήρησης. Στην ουσία, υπάρχει μια οιονεί αντιστροφή του περιεχομένου τους.

Το πως θα εξελιχτούν τα πράγματα στο μέλλον το αγνοώ. Πάντως ο ΣΥΡΙΖΑ, αν θέλει να προσδοκά κάποτε την επιστροφή του στην εξουσία (πράγμα που δεν το βλέπω στον ορίζοντα), πρέπει να γίνει ουσιαστικά, όχι απλώς ονομαστικά, προοδευτική πολιτική δύναμη, εγκαταλείποντας τυχοδιωκτικές συμπεριφορές και συνταγές πολιτικής που μυρίζουν ιδεολογική μούχλα και δεν συγκαταλέγονται στα μενού που καταναλώνουν οι σύγχρονοι ψηφοφόροι.