ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σε θολά νερά «ψαρεύει» η Αθήνα στο Eurogroup της Τετάρτης

Την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου αναμένεται να δοθεί πράσινο φως για την εκταμίευση περίπου 770 εκατ. ευρώ που αντιστοιχούν σε κέρδη ομολόγων που κατείχαν κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης. Θολό παραμένει το τοπίο γύρω από τη γενική συζήτηση αλλαγής χρήσης των εν λόγω εσόδων μελλοντικά
Καθαρά δείγματα γραφής επί του, δικού της, προγράμματος φαίνεται πως περιμένουν οι θεσμοί προτού «ξεκλειδώσει» μια πολιτική απόφαση για χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα στη διετία 2020 – 2021 και η αλλαγή χρήσης των εσόδων που λαμβάνει η χώρα εξαιτίας της επιστροφής κερδών που έχουν κεντρικές τράπεζες στην ευρωζώνη από ελληνικά ομόλογα (ANFA & SMPs).

Το πλαίσιο αυτό αρχίζει να ξεκαθαρίζει στο παρασκήνιο καθώς οδεύουμε ολοταχώς προς τη συνεδρίαση του Eurogroup την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου όπου η Ελλάδα εκπροσωπείται από τον υπουργό Οικονομικών Χρήστο Σταϊκούρα. Εκεί αναμένεται να επικυρωθεί η ολοκλήρωση της τέταρτης αξιολόγησης και να δοθεί πράσινο φως για την εκταμίευση περίπου 770 εκατ. ευρώ από ANFA & SMPs.

Ωστόσο και σε ό,τι αφορά στο επίμαχο ζήτημα της αλλαγής χρήσης αυτής της κατηγορίας των εσόδων προς την αξιοποίηση τους για να χρηματοδοτούνται επενδυτικά έργα κάτι που θα εξασφάλιζε πολύτιμες δημοσιονομικές ανάσες, το τοπίο παραμένει, θολό. Παράγοντες με γνώση των διεργασιών εκτιμούν πως σε πολιτικό επίπεδο, το ελληνικό αίτημα, θα συζητηθεί, αλλά η ένταση με την οποία θα κλιμακωθεί αυτή η κουβέντα την Τετάρτη είναι ένα ερώτημα. Όπως άλλωστε γνωρίζουν καλά και στο οικονομικό επιτελείο είναι σημαντικό τα αιτήματα να υποβάλλονται και να υποστηρίζονται με ένταση όταν οι συνθήκες είναι επαρκώς ώριμες για να ικανοποιηθεί σημαντικό μέρος των όποιων διεκδικήσεων. Με άλλα λόγια, όπως έλεγε και παλαιότερο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, «θέτεις το ερώτημα όταν γνωρίζεις ότι μπορείς να έχεις έστω και εν μέρει, θετική αντιμετώπιση».

Στη φάση αυτή, παρά το ότι η πορεία της κυβέρνησης και η ιδιοκτησία που επιδεικνύει σε μεταρρυθμίσεις και πρωτοβουλίες οι οποίες είναι καίριας σημασίας για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αναγνωρίζονται ακόμη και από τους «σκληρούς» των θεσμών, η επιφυλακτικότητα δεν έχει διαλυθεί.

Στο πλαίσιο αυτό για να προχωρήσει η διαπραγμάτευση στο σκληρό πυρήνα των ελληνικών διεκδικήσεων που είναι η χαλάρωση της λιτότητας με τη σφραγίδα μιας απόφασης του Eurogroup – αλλά και ευρωπαϊκών κοινοβουλίων μεταξύ αυτών και του γερμανικού – στο κάδρο μπαίνουν οι επιδόσεις της ελληνικής κυβέρνησης στο πρώτο εξάμηνο του 2020, η πορεία εμβληματικών επενδύσεων και ιδιωτικοποιήσεων και φυσικά η πέμπτη αξιολόγηση.

Το πρώτο εξάμηνο του 2020 θα είναι άλλωστε ένα ικανό διάστημα που θα φανούν πολλά και ως προς την πορεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού του 2020 – του πρώτου μετά την κρίση που φέρνει πολύ εκτεταμένες φοροελαφρύνσεις – αλλά και της δυναμικής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Πρέπει να σημειωθεί πως η Αθήνα αναμένει ανάπτυξη τουλάχιστον 2,8% για τον επόμενο χρόνο, υιοθετώντας την πιο αισιόδοξη εκτίμηση μεταξύ των θεσμών αλλά και διεθνών και εγχωρίων οργανισμών που τηρούν πιο συντηρητική στάση αναμένοντας ανάπτυξη μεγαλύτερη από τη φετινή αλλά όχι υψηλότερη του 2,5%. Ο παράγοντας ανάπτυξη είναι ιδιαίτερα κρίσιμος για τους πιστωτές αφού μόνο εφόσον η Ελλάδα καταφέρει να εξασφαλίσει μια επιταχυνόμενη ανάκαμψη, που θα στηρίζεται καταρχήν στη ροή επενδύσεων στη χώρα, θα δημιουργηθούν αληθινές προϋποθέσεις ελέγχου της δημοσιονομικής πορείας της χώρας και του ελληνικού χρέους μεσομακροπρόθεσμα.

Το ελληνικό στοίχημα παίζεται άλλωστε σε δυσμενείς συνθήκες στο εξωτερικό περιβάλλον και είναι κρίσιμο και από αυτή την άποψη το πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα στην οικονομία της ευρωζώνης στο πρώτο εξάμηνο του 2020. Δεν είναι τυχαίες για παράδειγμα οι ισχυρές πιέσεις που ασκούνται στο εσωτερικό της Γερμανίας, από την Ένωση Γερμανών Βιομηχάνων (BDI) και της Συνομοσπονδίας Συνδικαλιστικών Ενώσεων της Γερμανίας (DGB) (!) για αύξηση των δημοσίων δαπανών στη χώρα με έμφαση στην αναβάθμιση των υποδομών προκειμένου να αναθερμανθεί η γερμανική οικονομία. Πρόκειται για μια εξέλιξη ενδεικτική της κρίσιμης κατάστασης που βρίσκεται και η γερμανική οικονομία και είναι δεδομένο πως παρά το ότι η κυβέρνηση της Γερμανίας αντιστέκεται στις πιέσεις, η αδύναμη φύση της γερμανικής οικονομίας θα είναι παράγοντας που θα διαμορφώνει τάσεις στην ευρύτερη πολιτική σκηνή στην ευρωζώνη μέσα στο 2020.

Σε έναν τέτοιο καμβά, ισχυρών προκλήσεων, είναι βέβαιο πως οι τόνοι για το ελληνικό ζήτημα θα επιχειρηθεί να παραμείνουν χαμηλοί και οι γκρίνιες θα περιοριστούν κεκλεισμένων των θυρών στο Eurogroup.

Σε μια τέτοια συγκυρία ωστόσο, που η ίδια η γερμανική κυβέρνηση αντιστέκεται στο εσωτερικό της στις συντονισμένες εκκλήσεις για χαλάρωση και για επεκτατική πολιτική, ο χειρισμός του ελληνικού αιτήματος πρέπει να είναι κάτι περισσότερο από προσεκτικός.

Πηγές με πλούσια εμπειρία στο πεδίο των διαβουλεύσεων με τους θεσμούς όλα αυτά τα χρόνια εκτιμούν επίσης πως οι τόνοι πρέπει να είναι προσεκτικοί με δεδομένες τις μεγάλες ελαφρύνσεις που ήδη ανακοινώθηκαν φέτος (συμπεριλαμβανομένων των παροχών από την προηγούμενη κυβέρνηση στο Ζάππειο) αλλά και ενός προϋπολογισμού σημαντικών φοροελαφρύνσεων για το 2020, χωρίς μάλιστα να μειωθούν συντάξεις και να πειραχθεί το αφορολόγητο.

Υπό αυτό το πρίσμα ίσως μπορεί να αξιολογηθεί και η προσγείωση των προσδοκιών για το επιπλέον μέρισμα φέτος, τουλάχιστον επί του παρόντος. Ούτε είναι τυχαίες οι επισημάνσεις κορυφαίων στελεχών του οικονομικού επιτελείου πως πρέπει όλα να εξελιχθούν προσεκτικά, «βήμα – βήμα τη φορά».

Άλλωστε στο τραπέζι του Eurogroup όλα μεταφράζονται σε ευρώ και θα είναι κρίσιμης σημασίας για το είδος της συμφωνίας που θα λάβει η Ελλάδα, οι αποδείξεις που καλείται να δώσει η Αθήνα, μέσα στο 2020, πως η κυβέρνηση ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει, ειδικά ως προς το σκέλος των πρωτοβουλιών για επίσπευση της επενδυτικής και οικονομικής ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.

Πηγή: ethnos.gr