ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

Στον καιρό του αλλόκοτου φόβου….

Η νέα κυβέρνηση όλων των Ελλήνων ήρθε δυναμικά στα πράγματα τον Ιούλιο και το κλίμα στη χώρα άλλαξε. Μέχρι εδώ, τουλάχιστον, συμφωνούμε όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων. Το αν άλλαξε, όμως, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, παραμένει ζητούμενο.

Παρά την πρόσφατη δημοσκόπηση που είδε την Παρασκευή το φως της δημοσιότητας, βάσει της οποίας όλοι αισθανόμαστε υπερβολικά αισιόδοξοι και ασφαλείς στη χώρα, μια αλληλουχία γεγονότων, αλλά και οι αντιδράσεις που αυτά προκάλεσαν, εγείρουν σοβαρότατα ερωτήματα σχετικά με το μέλλον τόσο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όσο και με την ασφάλεια όλων –και όχι μόνον ορισμένων- πολιτών.


Τα πρώτα σημάδια εμφανίστηκαν μέσα από τη δημόσια συζήτηση σχετικά με την κατάργηση του ασύλου, την αύξηση της αστυνόμευσης, την πρόσληψη ειδικών φρουρών και την ρητορική περί πάταξης της ανομίας. Η συζήτηση ήταν τόσο έντονη που αν κάποιος επισκέπτονταν τη χώρα, δίχως να γνωρίζει κάτι για αυτή, θα πίστευε ότι το 2019, το μεγαλύτερο μας πρόβλημα είναι το πανεπιστημιακό άσυλο, η τρομοκρατία και τα Εξάρχεια. Αυτό ακριβώς θα πίστευε και ας λένε άλλα οι ετήσιες εκθέσεις της ΕΛ.ΑΣ. για την εγκληματικότητα (δείτε εδώ). Σε μια φτωχοποιημένη χώρα η οποία είναι ακόμη υπό επιτήρηση από τους θεσμούς της Ε.Ε., με χιλιάδες προβλήματα και σοβαρές ελλείψεις σε επίπεδο υπηρεσιών, με μεγάλα ποσοστά ανεργίας και brain drain, με μηδενικές –σοβαρές τουλάχιστον- επενδύσεις, με δεκάδες κρούσματα οικονομικών σκανδάλων και φοροδιαφυγής, εμάς το πρωταρχικό μας πρόβλημα ήταν το άσυλο, τα Εξάρχεια, οι αναρχικοί, οι τρομοκράτες και –φυσικά- οι μετανάστες.


Φυσικά, όλα αυτά δεν είναι τυχαία. Άλλωστε, είναι γνωστό σε όλους ότι οι κυβερνήσεις είναι αυτές που θέτουν την ατζέντα για το τι είναι και τι δεν είναι επιτακτική ανάγκη σε κάθε χώρα και η νέα κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έβαλε από νωρίς στην ατζέντα του δημόσιου διαλόγου το θέμα της ασφάλειας και της πάταξης της ανομίας και ορθώς το έπραξε. Το θέμα είναι, όμως, ότι η ανομία έχει πολλά πρόσωπα. Για παράδειγμα, ανομία είναι η καταστροφή δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, ανομία είναι η αναρχία και η τρομοκρατία, αλλά, επίσης, ανομία είναι τα μονοπώλια, η οικογενειοκρατία, η έλλειψη αξιοκρατίας και διαφάνειας, η κατασπατάληση δημοσίου χρήματος και η συνθηκολόγηση με ιδιώτες εις βάρος του εθνικού συμφέροντος. Αυτές οι μορφές ανομίας γιατί δεν είναι ψηλά σε καμία ατζέντα; Ναι, υποσχέσεις υπάρχουν και δεν κοστίζουν και τίποτα, όμως, πράξεις;


Διότι στις άλλες μορφές ανομίας είδαμε ήδη πράξεις: το άσυλο καταργήθηκε, οι ένστολοι κυκλοφορούν αρματωμένοι στο κέντρο της Αθήνας, τα Εξάρχεια είναι πλέον εμπόλεμη ζώνη και οι επιχειρήσεις ‘σκούπα’ των μεταναστών και των προσφύγων σε κάθε μέτωπο κοσμούν τις στήλες των ειδήσεων πλέον σε καθημερινή βάση.

Στο άλλο μέτωπο, όμως, της ανομίας, αυτό που –αντικειμενικά- μας έφερε ως εδώ, πέρα από τις γνωστές πολιτικές ‘κορώνες’ και τις αλληλοκατηγορίες ανάμεσα σε Σύριζα και ΝΔ και το σαφάρι των ελεγκτών της ΑΑΔΕ, δεν κινείται φύλλο. Καλή η προσήλωση στην οικονομία, αλλά υπάρχει και η κοινωνία. Θεμιτές οι φοροελαφρύνσεις, αλλά υπάρχει και η καθημερινότητα, η αξιοπρέπεια, η ανάγκη να αισθανόμαστε πως εμπιστευόμαστε το κράτος και το κράτος εμπιστεύεται εμάς. Να αισθανόμαστε -όπως χαρακτηριστικά έγραψε μια συμπολίτισσα στο twitter- ως Ευρωπαίοι πολίτες, με όλα τα προνόμια και τις υποχρεώσεις.


Και κάπου εδώ ξεκινά και η αλληλουχία των γεγονότων που προανέφερα: αναίτιες επιθέσεις αστυνομικών σε άστεγους και διαδηλωτές στα Εξάρχεια, εκφοβισμός και επιθέσεις σε ομοφυλόφιλους, εμπρηστικές –συχνά ρατσιστικές- δηλώσεις τόσο εκπροσώπων φορέων όσο και πολιτικών του κυβερνώντος κόμματος περί ‘σκόνης’, ‘σκουπιδιών’ και ‘πιθήκων’ για να χαρακτηρίσουν τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, αλλά και απροκάλυπτα επιθετικές τοποθετήσεις για αριστερούς πολίτες, όπως η πρόσφατη τοποθέτηση του βουλευτή της ΝΔ, Δημήτρη Μαρκόπουλου. Και μέσα σε όλα αυτά, μια ανοχή και μια παράξενη αποστασιοποίηση του πολιτικού κόσμου σε δηλώσεις και ενέργειες των εκπροσώπων της Ελληνικής Εκκλησίας, οι οποίοι τον τελευταίο καιρό εκφράζουν πολύ δημόσια απόψεις για τις εκτρώσεις και τις σεξουαλικές προτιμήσεις των πολιτών της χώρας, οι οποίες συχνά τάσσονται ενάντια σε κεκτημένα ετών και βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.


Το χειρότερο, ίσως, όλων αυτών είναι ότι αυτή η ‘αύρα’, αυτή η αίσθηση ιδεολογικού –κυρίως- πολέμου που διαφαίνεται να επικρατεί –και να επιτρέπεται- στο δημόσιο διάλογο έχει περάσει –με πολύ πιο άγριες, δυστυχώς, εκφράσεις- και στο διάλογο που αναπτύσσεται ανάμεσα στους πολίτες στα social media. Σε κάθε ανάρτηση που αφορά μετανάστες, αστυνομικούς, αριστερούς και μη πολιτικούς, αλλά ακόμη και πριν λίγους μήνες, στις αναρτήσεις που αφορούσαν στην αποφυλάκιση του Ρωμανού και του Επαμεινώνδα Κορκονέα, τα σχόλια που κατατέθηκαν από πολίτες ήταν τόσο άθλια και γεμάτα από ρητορική μίσους που όσοι κάναμε το λάθος να τα διαβάσουμε θα μείνουν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη μας ως μια μαύρη σελίδα της νεότερης ιστορίας μας. Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το κλίμα μεταξύ των πολιτών είναι πλέον εμφυλιοπολεμικό και αυτή είναι, δίχως καμιά αμφιβολία, μια πολύ δυσάρεστη εξέλιξη για την ασφάλεια όλων μας.


Στον καιρό του αλλόκοτου φόβου, ενός φόβου που μάλλον υπόβοσκε καιρό και βρήκε τώρα το κατάλληλο έδαφος για να εκφραστεί, όσοι βιάστηκαν να χαρούν ή να ανακουφιστούν για την έξοδο της Χρυσής Αυγής από τη Βουλή, θα πρέπει να αναθεωρήσουν. Δυστυχώς, η νοοτροπία της μη ανοχής, της αδυναμίας διαλόγου, του θυμού, του μίσους είναι ακόμη εδώ και μάλιστα πλέον εκφράζεται και πολύ πιο δημόσια, με περισσότερη ορμή και θάρρος απ’ ότι πριν. Και αυτό –αντικειμενικά- δεν είναι καλό μαντάτο για κανέναν μας, ούτε και τιμά τη δημοκρατική κληρονομιά μας.

Μαρία Καραγιάννη