Mea Culpa

3 του Σεπτέμβρη, θα περνάς;

Σίγουρα η 3η του Σεπτέμβρη είναι μία ημέρα με ξεχωριστή σημασία για την νεότερη και σύγχρονη, πολιτική τουλάχιστο, ιστορία της χώρας μας.

Από την μία σαν σήμερα, το 1843, έχουμε την εκδήλωση του Κινήματος της 3ης του Σεπτέμβρη, με στόχο την παραχώρηση Συντάγματος από τον βασιλιά Όθωνα, που μέχρι τότε κυβερνούσε σαν απόλυτος μονάρχης, με βάση την ενός ανδρός αρχή. Υπό τις οδηγίες, βέβαια, της μητροπολιτικής Γερμανίας, μίας δύναμης που μόνο νέα δεν είναι, σε ότι αφορά τα πολιτικά πράγματα της χώρας.

Αν και αποτέλεσε προϊόν συνωμοσίας τριών ανθρώπων, που αντιπροσώπευαν τα τότε –επίσης καθοδηγούμενα από εξωγενείς παράγοντες- κόμματα, το ρωσικό, το αγγλικό και το γαλλικό, ήταν το πρώτο βήμα προς την καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού στη χώρα και την παραχώρηση συνταγματικών ελευθεριών στον ελληνικό λαό.

Χαρακτηριστικό, δε, της εποχής και, ίσως, ένας από τους παράγοντες που εξανάγκασαν τον Όθωνα σε αυτή την παραχώρηση και το γεγονός ότι και τότε η χώρα βρισκόταν υπό την δαμόκλειο σπάθη των δανειστών της, οι οποίοι την υπερχρέωσαν ουσιαστικά για να στηρίξουν την επανάσταση του 1821.

Η 3η του Σεπτέμβρη αποτελεί ορόσημο για την νεότερη ιστορία της χώρας, ενώ τα γεγονότα παρουσιάζουν διαβολικά πολλές ομοιότητες με την σύγχρονη ιστορία της χώρας.  

Κάτι λιγότερο από ενάμιση αιώνα αργότερα, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1974, σαν σήμερα, ο Ανδρέας Παπανδρέου ιδρύει το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα, εκμεταλλευόμενος, ίσως, και το γεγονός ότι είχε να κάνει με μία ημερομηνία – ορόσημο, χιλιοτραγουδισμένη από εκατομμύρια Έλληνες.

Για  τον Ανδρέα Παπανδρέου μπορούν να ειπωθούν πολλά, θετικά και αρνητικά. Ουδείς όμως μπορεί να διαφωνήσει ότι όταν αναφερόμαστε στον Ανδρέα, μιλάμε για τον χαρισματικότερο ηγέτη της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας του τόπου μας, μια προσωπικότητα που από τους μισούς, σχεδόν, Έλληνες  αγαπήθηκε περισσότερο και “από Θεός”, ενώ για από τους υπόλοιπους μισούς μισήθηκε περισσότερο και από τον διάβολο!

Άλλωστε “…τον Ανδρέα είτε τον αγαπούσες, είτε αγαπούσες να τον μισείς…”!

Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για το ΠΑΣΟΚ, καθώς πολλά είναι αυτά που μπορούν να ειπωθούν για την πορεία του στο χρόνο, θετικά και αρνητικά, ανάλογα πάντα με τον τρόπο που προσεγγίζει κανείς ιστορικά αυτή την πορεία.

Και εκεί ίσως αξίζει τον κόπο να σταθεί κανείς λίγο παραπάνω, καθώς είναι πολλές οι προσεγγίσεις  και οι αναλύσεις που τις ακολουθούν, με βάση διαχωρισμούς χρονολογικούς, ανάλογα με τον εκάστοτε αρχηγό κτλ.

Ο πιο γενικευμένος, αλλά και περισσότερο διαδεδομένος είναι ο διαχωρισμός ανάμεσα στην περίοδο του Ανδρέα και την μετά – Ανδρέα εποχή. Ίσως και ο πιο χαρακτηριστικός, καθώς κατά πολλούς και με βάση την σημερινή εξέλιξη των πραγμάτων, το ΠΑΣΟΚ ήταν και είναι το κόμμα του Ανδρέα.

Κάτι που ενισχύεται, στο μυαλό των περισσοτέρων από τους οπαδούς του Ανδρέα, και από την σημερινή κατάληξη των πραγμάτων, καθώς το ΠΑΣΟΚ ήταν “… το όραμα και η ψυχή του Ανδρέα…”.

 Διόλου τυχαίο, δε, το γεγονός ότι, στην προσπάθεια αρκετών εκ των σημερινών στελεχών του ΠΑΣΟΚ και πολιτικών απογόνων του Ανδρέα να συγκρατήσουν ότι μπορούν από την πολιτική τους δύναμη, χρησιμοποιείται το τελευταίο διάστημα το επιχείρημα “της επιστροφής στις παραδοσιακές αξίες”.

Αξίες που, ακόμη και αν από κάποιους αντιμετωπίζονται με υπερφυσικό τρόπο, έπαψαν να υπάρχουν μαζί με τον Ανδρέα.

Πραγματικά, υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα και των μετέπειτα; Μάλλον όχι.

Η περίοδος Σημίτη όσο και αν έχει ταυτιστεί με μεγάλα έργα και επιτυχίες της χώρας είναι και η μελανότερη, σε ότι αφορά τα αρνητικά, κυβερνητική περίοδος του ΠΑΣΟΚ, ιδίως σε ότι αφορά τον μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας και την επαναδιαμόρφωση των χαρακτηριστικών της. Ήταν η περίοδος της υπερχρέωσης του Έλληνα πολίτη, ένα διάστημα κατά το οποίο άλλαξαν βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής ζωής του, όπως για παράδειγμα οι καταναλωτικές του συνήθειες.

Η περίοδος κατά την οποία πτώχευσαν, ουσιαστικά τα ελληνικά νοικοκυριά, είτε χάνοντας τους κόπους μιας ζωής στο χρηματιστήριο, είτε μέσω της υπερχρέωσης τους, ακόμη και μέσα από την διαχείριση των αποταμιεύσεων των Ελλήνων στα ασφαλιστικά τους ταμεία.

Για τον κ. Βενιζέλο τα είχε πει και ο ίδιος ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, ενώ μεγάλη είναι και η συζήτηση για το κατά πόσο η ιδεολογική ταυτότητα του κ. Βενιζέλου είναι κοντά στα όσα πρέσβευε ο Ανδρέας Παπανδρέου ή το ΠΑΣΟΚ. Και, ενδεχομένως, αυτός είναι και ο λόγος που το πέρασμά του από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ ήταν τόσο σύντομο και ανεπιτυχές, παρά τις ικανότητες που διαθέτει.

Ο Γιώργος είναι μία περίπτωση ξεχωριστή, ίσως και ο αδικημένος της όλης ιστορίας. Πρόσωπο διεθνούς εμβέλειας και κύρους, σίγουρα υπό άλλες συνθήκες θα είχε όλες τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί και σε ένα πετυχημένο ηγέτη, διαθέτοντας βέβαια ελάχιστα κοινά με τον χαρισματικό πατέρα του. Από την άλλη βέβαια, αν δεν έφερε το επώνυμο Παπανδρέου ίσως να μην τον είχαμε γνωρίσει ποτέ…

Οι περισσότεροι, όμως, περίμεναν τον νέο Ανδρέα και διαπιστώνοντας ότι κάτι τέτοιο ήταν απλά ουτοπικό, ακόμη και με τον γιο του ιδρυτή, κίνησαν προς άλλες κεντροαριστερές πολιτείες.

Και κάπως έτσι, για να φτάσουμε στα σημερινά, απέμειναν κάποιοι λίγοι ιδεολόγοι, συγκριτικά με τα ποσοστά του παρελθόντος, να περιμένουν μήπως τελικά φανεί φως στην άκρη του τούνελ, και επιστρέψει, τελικά, το ΠΑΣΟΚ σε αυτές τις περίφημες αξίες.

Και αυτό σε επίπεδο ψηφοφόρων, γιατί στελεχιακά η κατάσταση είναι κάπως διαφορετική, ξεκινώντας από την κορυφή και φτάνοντας μέχρι τα χαμηλά.

Με μία αρχηγό που, προφανώς, δεν εξελέγη με βάση το ζύγισμα των θετικών και αρνητικών στοιχείων της προσωπικότητας της, αλλά στηριζόμενη στη βαρύτητα του επιθέτου που φέρει και τον τρόπο που αυτό επιδρά στο θυμικό των ανθρώπων της κεντροαριστεράς.

Με ένα όραμα ομιχλώδες, το οποίο ευαγγελίζεται απλά μια κάποια αλλαγή… χωρίς, ωστόσο, να είναι σαφές αν η αλλαγή αυτή έχει να κάνει με την διαμόρφωση ενός πραγματικά δημοκρατικού κινήματος ή ενός ακόμη προσωποκεντρικού κόμματος που θα έχει την ίδια στο επίκεντρό του (σε αυτό, βέβαια, οφείλουμε να της αναγνωρίσουμε το ελαφρυντικό ότι σε αυτά τα πρότυπα γαλουχήθηκε πολιτικά). Αν όμως δεν είσαι διατεθειμένος να αλλάξεις ο ίδιος, πως περιμένεις να πείσεις ότι θα αλλάξεις τον τόπο;

Σε ένα φορέα που από την δημιουργία του –ή την αλλαγή του ονόματός του, ανάλογα με το πρίσμα του καθενός- στηρίχθηκε αποκλειστικά στα χαρακτηριστικά και τις πρακτικές που οδήγησαν στην πτώση του…

Στο “περιβάλλον του/της Προέδρου”, στους μηχανισμούς και τις ισορροπίες, σε αμφιλεγόμενες επιλογές προσώπων και πολιτικών, σε μία ιδιοκτησιακή τύπου προσέγγιση και εξουσίας, την οποία θεωρούν ότι ο λαός οφείλει άκριτα να τους δωρίζει  και σε ένα πυρήνα στελεχών που καπηλεύτηκαν όσο τίποτε άλλο την πολιτική κληρονομιά του Ανδρέα Παπανδρέου και κάποιων λαμπρών συνοδοιπόρων του όπως ο Γεννηματάς, ο Πεπονής, η Μελίνα και άλλοι.

Και, δυστυχώς για κάποιους, αυτό γίνεται πλέον αντιληπτό από το λαό που αναζητά στις μέρες μας το όραμα αλλού, όσο και αν οι επικοινωνιακοί τακτικισμοί –η προπαγάνδα κοινώς- προσπαθούν να τον αποτρέψουν. Όσο και αν τους χωρίζει άβυσσος από αυτό που εκφράζει η ιδεολογική βάση του ΣΥΡΙΖΑ και, κυρίως, ο στενός πυρήνας των στελεχών του.

Για να κλείσουμε όμως. Δεν είναι και λίγοι αυτοί που ταυτίζουν τους φετινούς εορτασμούς για την 3η του Σεπτέμβρη με μνημόσυνο και, ίσως, να έχουν και δίκαιο, δεδομένων των εξελίξεων που αναμένονται.

Και δεν αναφερόμαστε μόνο στην προσπάθεια του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει, να ταυτιστεί με τους πολίτες που, πλέον, τον ψηφίζουν, αλλά και στις εξελίξεις που θα δρομολογήσει ενδεχόμενη εισδοχή του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην “οικογένεια” των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, ως η ηγεμονική δύναμη στον χώρο της ελληνικής κεντροαριστεράς.

Άλλωστε, με βάση τις πρόσφατες δημοκρατικές διαδικασίες, οι παραδοσιακοί ψηφοφόροι της κεντροαριστεράς, της χαρακτηριζόμενης και ως δημοκρατική παράταξη, ποντάρισε στον ΣΥΡΙΖΑ και όχι στο ΠΑΣΟΚ – ΚΙΝΑΛ, όσο και αν κάνουν ότι δεν το καταλαβαίνουν.

Ενώ φαινόμενα όπως το φλερτ αρκετών στελεχών με την κεντροδεξιά ή η ενδεχόμενη υποστήριξη, από την κυβέρνηση, του κ. Βενιζέλου για την Προεδρεία της Δημοκρατίας, καθιστούν το μέλλον ακόμη πιο αβέβαιο, για ένα πολιτικό φορέα με αδιαμφισβήτητη ιστορική βαρύτητα για τα πολιτικά πράγματα του τόπου, αλλά χωρίς πολιτικό αυτοπροσδιορισμό, που πλησιάζει στο τέλος του με γοργότατους ρυθμούς.

Το είχε πει, κάποτε, και ο Γιώργος… “ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε”, χωρίς προφανώς να αναφέρεται απλά στη χώρα, αλλά και στον χώρο του!

Και καθώς ουδείς άλλαξε, προς το καλύτερο τουλάχιστο, φαίνεται να υπερνικά η δεύτερη εκδοχή…

… σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είμαστε σίγουροι αν το ΠΑΣΟΚ θα είναι μαζί μας στην επόμενη επέτειο της ίδρυσής του.