Ευθέως

Fata Morgana

“Fata Morgana” ιταλικά σημαίνει “Μόργκαν η Νεράιδα” (ή “Μάγισσα”), η ετεροθαλής αδελφή του βασιλιά Αρθούρου. Όλες οι άλλες χρήσεις της φράσης προκύπτουν από αυτήν την αρχική και σημαίνουν “αυταπάτη, ψευδαίσθηση” (αγγλιστί illusion) ή “απατηλή προσδοκία/προοπτική” (illusory prospect). Η φράση έχει χρησιμοποιηθεί ευρύτατα στη λογοτεχνία (γνωστό είναι το ομώνυμο ποίημα του Νίκου Καββαδία), στη μουσική, στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και αλλού. Στην πολιτική δεν έχω υπόψη μου αν έχει χρησιμοποιηθεί, αλλά το βρίσκω απίθανο να μην έχει γίνει χρήση της φράσης σε πολιτικά συμφραζόμενα.

Γράφει ο Σταύρος Κότσιρας

Εν πάση περιπτώσει, αποτολμώ να χρησιμοποιήσω τον όρο, για να παραστήσω με μια δυνατή εικόνα την πολιτική ιδεολογία, στην απόλυτη εκδοχή της, που ενέπνευσε τη νεότητα της ζωής μας. Όπως η νεράιδα είναι προϊόν της λαϊκής φαντασίας με τη μορφή πανέμορφης γυναίκας που περιπλανιέται στη φύση τραγουδώντας εξαίσια, έτσι και στο δικό μας φαντασιακό επίπεδο η ουτοπία της σοσιαλιστικής ιδεολογίας για μια οριστικά δίκαιη κοινωνία (αναφέρομαι στον τελικό της στόχο) πήρε τη θέση μιας “απατηλής θεότητας”, που έκανε τα μάγια της πάνω μας, μας μάγεψε κυριολεκτικά.

“Εκείνο το απροσδιόριστο / λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς” (1) σημάδεψε ανεξίτηλα τη σκέψη μας. Ήταν οι ιδέες για ισότητα και κοινωνική αλληλεγγύη που μας συνεπήραν, μας “ζάλισαν” με το υψηλό περιεχόμενό τους σαν “μια αψηλή φοινικιά”.

Κάποιος κακεντρεχής ίσως θα έβρισκε την ευκαιρία να μας σταμπάρει ως “νεραϊδοπαρμένους”. Επίσης, μπορώ να φανταστώ τη φρίκη να σχηματίζεται στην έκφραση κάποιων ακραιφνών δογματικών για την ιεροσυλία της παρομοίωσης! Αλλά πώς να το κάνουμε; Η νεότητα είναι συνδεδεμένη με την ομορφιά των απόλυτων ιδεωδών, εν προκειμένω των πολιτικών ιδεωδών, και ταυτόχρονα διαποτισμένη με έντονη ρομαντική διάθεση και αναμφισβήτητη ροπή προς την ευπιστία.

Έκτοτε, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Ήλθαμε αντιμέτωποι με τις πραγματικότητες της ζωής. Διαπιστώσαμε το ανέφικτο της απόλυτης κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας. Η πραγματικότητα είχε τον τρόπο της να μας προειδοποιήσει: “Η νοσταλγία σού έχει πλάσει / μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους / έξω απ’ τη γης κι απ’ τους ανθρώπους” (2).

Έτσι, αναγκαστήκαμε να βάλουμε νερό στο κρασί μας: “Όχι, δεν είμαστε ταγμένοι για να πούμε / πού είναι το δίκιο. Το δικό μας χρέος / είναι να βρούμε το μικρότερο κακό” (3). Προσαρμοστήκαμε στις πραγματικότητες. Δεν ήταν εύκολο. Ωστόσο, μισήσαμε τη λέξη “προσαρμογή” : “Μοχθηρό ερπετό η προσαρμογή. / Στην προστασία της κατέφυγαν τα όνειρα / και τα κατάντησε φυτά – δεν είναι να τα βλέπεις” (4). Από χίλιες μεριές μας δηλωνόταν κυνικά: “η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού”. Το δυστύχημα είναι ότι έχουν δίκιο!…

Άλλοι έμειναν “συνεπείς” στην ουτοπία τους. Βλέπουν αυτήν τη “συνέπειά” τους ως λύτρωση: “Όταν οι εφαρμοσμένες ιδέες σε απωθούν. οι ανεφάρμοστες σε λυτρώνουν” (5). Και προσθέτουν: “Με το να πολεμάς για το απραγματοποίητο προσθέτεις έναν όρο ισορροπίας – μια κάποια αίγλη – στην πραγματοποιήσιμη μετριότητα” (5).

Εμείς, οι αναθεωρητές του δόγματος, εμβολιασμένοι με ισχυρές δόσεις ρεαλισμού, απαντούμε στους αρχαϊκούς δογματικούς ότι, εν τέλει, τα πολιτικά ιδεώδη είναι άστρα, με τη βοήθεια των οποίων πρέπει να πλοηγείται το καράβι της κοινωνίας, όμως όταν πλοηγούμε με τα άστρα δεν σημαίνει ότι επιδιώκουμε να φτάσουμε σε αυτά! Άλλωστε, έχει στοιχειώσει μέσα στο κεφάλι μας ο αφορισμός του αναρχικού Alexander Herzen: “Ένας στόχος που είναι απείρως μακριά δεν είναι καν στόχος, είναι απάτη”. Εμείς περιοριζόμαστε να πούμε ότι είναι απλώς “αυταπάτη”, μια “Fata Morgana”…

Ο Μαρξ, στο έργο του “Πρόλογος στην κριτική της πολιτικής οικονομίας”, γράφει ότι “δεν είναι η συνείδηση των ανθρώπων που καθορίζει την ύπαρξή τους, αλλά, αντιθέτως, η κοινωνική τους ύπαρξη που καθορίζει τη συνείδησή τους”. Παραλλάσσοντας τη ρήση του, σε μια εποχή που η κομματική ύπαρξη των ανθρώπων ίσως καθορίζει τη συνείδησή τους, θέλουμε να δηλώσουμε ότι η αυτόνομη συνείδηση είναι αναπαλλοτρίωτο αγαθό. Εν προκειμένω, ακολουθούμε τον Ιμμάνουελ Καντ, που συνόψισε το πρόγραμμα του Διαφωτισμού στις λατινικές λέξεις “sapere aude”, που σε ελεύθερη απόδοση σημαίνουν “έχε το θάρρος να σκέφτεσαι μόνος σου”.

Παραπομπές
(1) Γ.Σεφέρης, Ένας γέροντας στην ακροποταμιά
(2) Γ.Σεφέρης, Ο γυρισμός του ξενιτεμένου
(3) Γ.Σεφέρης, Ο δαίμων της πορνείας
(4) Κική Δημουλά, Καρυοθραύστης ή ωριμότης
(5) Ασημάκης Πανσέληνος, Συνέντευξη με τον εαυτό μου

Υστερόγραφο
Παρόλο που πάντοτε ακολουθώ την Κική Δημουλά στους στίχους της “δεν τα αντέχω τα τινάγματα / του μέσα βίου έξω” (Το τελευταίο σώμα μου, Σκόνη), το παραπάνω κείμενο είναι, προφανώς, μια εξαίρεση: Είναι μια de profundis δημόσια πολιτική εξομολόγηση και αφιερώνεται εξαιρετικά σε όσους είχαν παράλληλες διαδρομές καθώς και σε εκείνους που αίρονται, ενδεχομένως με προσωπικό κόστος, υπεράνω πολιτικών σκοπιμοτήτων της συγκυρίας.