Mea Culpa

Αυτοκριτική κανείς;

Στο βιβλίο του “Κοιτάζοντας τον Ήλιο: Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του Θανάτου”,  ο γνωστός ψυχοθεραπευτής Ίρβιν Γιάλομ, γράφει ότι «… αργά ή γρήγορα έπρεπε να εγκαταλείψει την ελπίδα για ένα καλύτερο παρελθόν».

Μία φράση που, σίγουρα, αντικατοπτρίζει την εκλογική συμπεριφορά των Ελλήνων, την στάση του εκλογικού σώματος απέναντι σε όσους ζητούν την ψήφο του.

Ειδικά, σε εκείνους, που αφενός σχετίζονται με το “παλιό”, το “κατεστημένο”, χωρίς την παραμικρή διάθεση αλλαγής και, αφετέρου, παρουσιάζουν μία χαρακτηριστικότατη αδυναμία να αντιληφθούν τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στην ελληνική κοινωνία τα τελευταία δέκα, τουλάχιστο, χρόνια.

Σε όσους, με λίγα λόγια, αρνούνται να αποδεχθούν την επίδραση των γεγονότων στην επιλογή των πολιτών και το κριτήριο που έχουν αναπτύξει οι πολίτες. Που επιμένουν να κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν την ξεκάθαρη αποδοκιμασία στο πολιτικό σύστημα και τις μεθόδους του– απόδειξη η ευκολία με την οποία μετακινείται το εκλογικό σώμα, κατά περίπτωση, από τα δεξιά στα αριστερά- στρουθοκαμηλίζοντας ανάμεσα σε άτοπα διλήμματα και αποτυχημένα πολιτικά συνθήματα.

Χωρίς πλάνο, όραμα και στόχους…

Σε όλους εκείνους που αδυνατούν να καταλάβουν ότι η ψήφος δεν είναι πια υπόθεση απλά κομματική και ότι οι ψηφοφόροι με τις επιλογές τους δεν επιδοκιμάζουν, μόνο, τον νικητή, αλλά αποδοκιμάζουν, σε αρκετές περιπτώσεις, τον ηττημένο, τον τρόπο που πολιτεύεται.

Σε εκείνους που κάθε φορά, στο τέλος, καταλήγουν στο γνωστό εύκολο συμπέρασμα ότι “..φταίει ο λαός και ο τρόπος που ψηφίζει…”, όσο και αν δεν είναι ψέμα να πούμε ότι, πολλές φορές, η γνώμη της πλειοψηφίας δεν είναι πάντα και η σωστή!

Βέβαια, ο Γιάλομ χρησιμοποιεί τη συγκεκριμένη φράση, μεταξύ πολλών άλλων, προσπαθώντας να προσεγγίσει ένα ζήτημα, δύσκολο και ευρύ, όπως ο θάνατος και η θνητότητα. Ένα θέμα σίγουρα πολυσύνθετο και εκ διαμέτρου διαφορετικό από την δική μας –ρηχή, ενδεχομένως, κατά κάποιους- προσέγγιση.

Ωστόσο, εμβαθύνοντας, διαπιστώνουμε ότι η φράση αυτή, ταιριάζει άριστα και στην περίπτωση μας.

Αλήθεια, δεν ζούμε σε μία χώρα όπου, εδώ και δέκα χρόνια, είθισται να λέμε ότι “…κάθε πέρσι και καλύτερα”; Που ζούμε με τις αναμνήσεις των “παλιών καλών ημερών”, πριν από την κρίση; Που ζούμε με την ελπίδα να επανέλθουμε σε εκείνο το καλύτερο παρελθόν;

Αν και η ελπίδα, ως έννοια αναφέρεται –ή έτσι θα έπρεπε- κατά βάση στο μέλλον…

Για αυτό προφανώς δεν φταίει ο λαός, η ευθύνη ανήκει ξεκάθαρα σε όσους αντιπροσωπεύοντας  το παρελθόν έρχονται να υποσχεθούν ένα καλύτερο μέλλον, ζητώντας την ψήφο μας.

Χωρίς, ωστόσο, οι προθέσεις να είναι σαφείς και ξεκάθαρες, αλλά κρυπτόμενοι πίσω από “βασανιστικά” διλήμματα και αδιέξοδα, ακόμη και για την ίδια την δημοκρατία μας. Αποφεύγοντας επιμελώς να αφουγκραστούν την κοινή γνώμη και τα μηνύματα που στέλνει, τυφλωμένοι από μία ακατανόητη, πολιτική και προσωπική, υπεροψία και αλαζονεία, που τους θέλει να γνωρίζουν σχεδόν τα πάντα, να κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, γνώση και εμπειρία.

Όμως, στην “Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα”, όπως είχε πει ο Παύλος Μπακογιάννης, και την διέξοδο την υποδεικνύει ο κυρίαρχος λαός. Μαζί με πάρα πολλά και εξόχως ηχηρά μηνύματα, τα οποία οι ζητούντες την ψήφο οφείλουν να αφουγκραστούν με ειλικρίνεια, είτε αρέσει, είτε όχι…

Κάτι τέτοιο, όμως, προϋποθέτει διάθεση αυτοκριτικής και αυτή λείπει, γενικώς, στη χώρα. Και, δυστυχώς, λείπει και από πολλούς εκπροσώπους της νέας γενιάς των πολιτικών, από αυτούς, δηλαδή, που θα περιμέναμε μια άλλη, διαφορετική προσέγγιση, μια άλλη οπτική των πραγμάτων.

ΥΣΤ.: Θα ήταν άδικο, από την κριτική μας να εξαιρέσουμε και όσους υποδύονται τον ρόλο του διαμορφωτή της κοινής γνώμης και, ενίοτε, και των πολιτικών, καθώς ο ρόλος τους ως προς το αποτέλεσμα είναι εξίσου σημαντικός. Ξέρετε, όλους αυτούς που διαμορφώνουν τα διλήμματα και κατευθύνουν με τον τρόπο τους προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, τόσο τους πολίτες, όσο και τους πολιτικούς.

Απόστολος Γκόγκας