Mea Culpa

Για την ουσία πότε θα μιλήσουμε;

Το τελευταίο διάστημα τα επιτελεία όλων των πολιτικών φορέων της πόλης βρίσκονται σε μία διαρκή  εγρήγορση. Οι συσκέψεις “πάνε και έρχονται”, ενώ η ονοματολογία κυριολεκτικά έχει “χτυπήσει κόκκινο”.

Εύλογο, άλλωστε, καθώς βρισκόμαστε λίγους μόλις μήνες πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές, τις οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, αναμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Όχι τόσο πολύ, για να είμαι ειλικρινής, για το αποτέλεσμα, αλλά, περισσότερο, για να σχηματίσουμε μία εικόνα για την μορφή που θα λάβει η προεκλογική αντιπαράθεση.

Βέβαια, οι διαδικασίες, όπως εξελίσσονται επί της παρούσης και εδώ και περίπου δύο μήνες, μας προβληματίζουν και μας γεμίζουν με απαισιοδοξία, καθώς το πολιτικό σκηνικό είναι εξαιρετικά ομιχλώδες, και δείχνει να βρίσκεται σε πλήρη συντονισμό με την γενικότερη κατρακύλα την οποία βιώνουμε τα τελευταία χρόνια.

Κόμματα στα όρια της νευρικής κρίσης και του διχασμού. Άλλοτε, εξαιτίας των επιλογών τους και, άλλοτε, εξαιτίας της αδυναμίας τους να καταλήξουν σε μία επιλογή.

Αυτοδιοικητικοί σχηματισμοί επίσης. Συσκέψεις επί συσκέψεων και συζητήσεις ατέρμονες, χωρίς αποτέλεσμα. Συναντήσεις, άλλοτε υπαρκτές και άλλοτε όχι και, κάποιες φορές, ενώ είναι υπαρκτές να διαψεύδονται… Για κάποιο λόγο που, κυριολεκτικά, ουδείς μπορεί να αντιληφθεί.

Παρατάξεις της αντιπολίτευσης που, όμως, απέχουν από την άσκηση των θεσμικών τους καθηκόντων και, την ίδια στιγμή, ασκούν τα “καθήκοντά” τους μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Εν δυνάμει υποψήφιοι, παιδιά του κομματικού σωλήνα, όλων των αποχρώσεων, που καταγγέλλουν τον κομματικό σωλήνα, ο οποίος τους ανέδειξε και τους συντηρεί, επειδή δεν τους προάγει στη θέση του “εκλεκτού”… αλλά αδυνατούν, την ίδια στιγμή, να τον απαρνηθούν, καθώς φαίνεται ότι “έξω απ’ το μαντρί, μας τρώει ο λύκος”! Όταν, όμως, τους ρωτάς γιατί θεωρούν εαυτούς εκλεκτούς, αδυνατούν να σου απαντήσουν.

Είναι γεγονός, δε, ότι η ματαιοδοξία πολλές φορές μας τυφλώνει και μας ξεγελά, τόσο σε ότι αφορά τις πραγματικές δυνατότητες, όσο και στην αξιολόγηση μίας πορείας, που, μάλλον, δεν μπορεί να θεωρηθεί και τόσο επιτυχής…

Ονόματα έρχονται και παρέρχονται, αρχικά μας παρουσιάζονται ως “δυνατές” υποψηφιότητες, για να “καούν” λίγο αργότερα μέσα στις λίγες γραμμές ενός παραπολιτικού σχολίου!

Ονόματα που, άλλοτε, διαθέτουν την φιλοδοξία και το “ψάχνουν” και, άλλες φορές, ενώ –υπό προϋποθέσεις, θα ενδιαφέρονταν, αρνούνται, φοβούμενοι να δώσουν την μάχη απέναντι στον “μεγάλο αντίπαλο”!

Θα μου πει, βέβαια, κάποιος ότι όλα αυτά ίσως να είναι και φυσιολογικά. Και, ενδεχομένως, θα έχει και δίκαιο, δεδομένης της πολιτικής παράδοσης του τόπου και της σημερινής κατάστασης του πολιτικού μας βίου.

Όπως, φυσιολογικό, είναι στο πρώιμο αυτό στάδιο του προεκλογικού αγώνα, να περιοριζόμαστε στην ονοματολογία και όχι στις προτάσεις. Στο να επιλέξουμε τον εκλεκτό, ο καθένας τον δικό του, που θα ηγηθεί του “μεγάλου αγώνα”!

Μήπως, όμως, τελικά, όλο αυτό δεν είναι φυσιολογικό; Μήπως έχουμε θέσει λάθος αφετηρία σε αυτό το μεγάλο αγώνα; Μήπως, τελικά, το διακύβευμα που φαίνεται να τίθεται για τις επόμενες εκλογές είναι ένα μεγάλο λάθος και θα ήταν καλύτερο να ξεκινήσουμε από την ουσία;

Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στην δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα και στις δύσκολες –πολιτικά- στιγμές, συνήθως η λύση προκύπτει μέσα από το όραμα, τις προτάσεις. Σε συνδυασμό, πάντα, με τον πρόσωπο που θα εμπνεύσει και θα υλοποιήσει αυτό το όραμα!

Αυτή είναι η ουσία, αλλά προς το παρόν, εδώ και καιρό δεν συζητάμε για αυτή. Δεν ακούμε προτάσεις και είναι αλήθεια ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ουδείς μέχρι τώρα μας έχει εκθέσει το όραμα του για την πόλη. Αυτό με το οποίο θα απευθυνθεί στους πολίτες.

Αλήθεια, όμως, υπάρχει κανείς που να πιστεύει ότι μπορούμε ή πρέπει να πορευτούμε με ένα διακύβευμα του επιπέδου “Μπεϊσμός ή Αντιμπεϊσμός”;

Και αν ο λαός του Βόλου επιλέξει τον “Μπεϊσμό”, τότε τι γίνεται;

Τελικά, μήπως ο δρόμος που επιλέγουμε είναι λάθος και είναι καιρός ο δημόσιος διάλογος να επανέλθει στην ουσία; Να μιλήσουμε για την πόλη που οραματιζόμαστε, για τον τρόπο και το χρονοδιάγραμμα που θα υλοποιήσουμε αυτό το όραμα;

Αυτό θα ήταν πραγματικά κάτι νέο, κάτι “φρέσκο”! Και τα παραδείγματα δεν είναι μακριά, αρκεί να ρίξουμε μία ματιά στις υπόλοιπες θεσσαλικές πρωτεύουσες.

Ας μιλήσουμε, λοιπόν, για την ουσία και, ποιος ξέρει, ίσως κάτι μπορεί να αλλάξει…