ΑΠΟΨΕΙΣ

Δημήτρης Λιγνάδης: Η ντροπή του photoshop και ένα τίποτα που γνώριζαν πολλοί

Η σύλληψη του “γνωστού σκηνοθέτη” Δημήτρη Λιγνάδη έγινε τελικά για ένα “τίποτα” που γνώριζαν πάρα πολλοί. Η μάχη των social media απέναντι στα σύγχρονα “τοτέμ” της διαφθοράς, βρίσκεται μονάχα στην αρχή της.

Έχει καταντήσει να είναι το αγαπημένο μας θέμα πλέον. Social media εναντίον παραδοσιακών ΜΜΕ. Στην περίπτωση Δημήτρη Λιγνάδη είχαμε πάλι μια δικαίωση των πρώτων.

Πέραν του τοξικού πολέμου χαρακωμάτων, πέραν των fake news που κυκλοφόρησαν και πάντοτε θα θέλουν προσοχή όταν κυκλοφορούν, τα social media προσέφεραν και πάλι το πρόσφορο έδαφος για να έρθουν και να ακουμπήσουν οι καταγγελίες. Αφενός χτίζοντας άμεσα αναχώματα απέναντι σε όσους τόλμησαν να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, και αφετέρου δείχνοντας στα θύματα πως δεν υπάρχει πλέον χώρος για φόβο. Άνθρωποι που δίσταζαν να τοποθετηθούν είδαν πως αυτή τη στιγμή η κοινωνία είναι περισσότερο έτοιμη να τους ακούσει. Κοντά σε αυτή τη λογική κινήθηκαν συγκεκριμένοι δημοσιογράφοι που σώζουν την τιμή του επαγγέλματος. Και στον αντίποδα είδαμε τίτλους για λαϊκά δικαστήρια που στήθηκαν “για το τίποτα”, που τελικά αποδεικνύεται πως το γνώριζαν πολλοί.

Ο ίδιος ο Δ. Λιγνάδης πριν συλληφθεί, φρόντισε να πει πως θα κριθεί από την Ιστορία. Από την ίδια Ιστορία ακριβώς που θα κριθούν και όσοι αποσιωπούν πράγματα και καταστάσεις στο όνομα μιας πολιτικής ατζέντας, αλλά και όσοι προσπαθούν να εξισώσουν συμπεριφορές. Μαζί με εκείνους που τάχα μου, δε θυμούνται.

Όλοι όσοι ήξεραν και έκαναν πως δε βλέπουν, οφείλουν πρώτα μια συγγνώμη απέναντι στους εαυτούς τους και μετά απέναντι στην υγιή πλευρά της κοινωνίας.

Το επιχείρημα “και οι άλλοι τα ίδια κάνουν” πάει χέρι χέρι με το ξέπλυμα των νεοναζί που είδαμε πριν λίγα χρόνια. Οι ίσες αποστάσεις ζουν και βασιλεύουν γιατί ανδρώνονται κατά το δοκούν πάνω στη λάσπη, σε κάθε πρώτη ευκαιρία. Το “σκατά στον βιαστή, τον παιδεραστή, τον εξουσιομανή κακοποιητή” δεν μπορεί να συνοδεύεται από πολιτική αμνησία.

Η περίπτωση Λιγνάδη είναι ακριβώς τέτοια. Τα social media είναι εκείνα που τη ξεγύμνωσαν από την πολιτική της αμνησία ζητώντας ευθύνες για τον εθνικό διορισμό. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι χρήστες καλοδέχτηκαν τις καταγγελίες, απομόνωσαν τα κομματικά τρολ, καταδίκασαν τους νομιμοποιητές της έκνομης εξουσιομανίας, και αυτή η στάση διαπερνά ολόκληρο το ελληνικό me too.

Ξέρετε, η περίπτωση Λιγνάδη είναι η κορυφή ενός φαινομενικά ανεστραμμένου παγόβουνου, του οποίου η κορυφή δείχνει μεγαλύτερη λόγω διασημοτήτων, όμως από κάτω του κρύβει όλη τη διαχρονική σαπίλα του τόπου μας.

Μια σαπίλα που συνοψίζεται σε μια και μόνη φράση δημοσιογράφου, που ρωτάει τον δικηγόρο του Λιγνάδη έξω από την Ευελπίδων: “και ποιο το όφελος των καταγγελόντων να μιλήσουν τώρα;”. Τόσο απλά. Και τόσο συστηματοποιημένα.

Όχι λοιπόν. Δεν θα καταδικάσουμε κανέναν πριν την ώρα του, δεν θα προσπεράσουμε το τεκμήριο της αθωότητας αλλά δεν θα δώσουμε και άλλοθι σε όσους ασκούν εξουσία, και στους συνεταίρους αυτών.

Αν δεν γνώριζαν τον κ. Λιγνάδη, πώς είναι δυνατόν να τον διόρισαν με απ’ ευθείας ανάθεση; Γιατί επί δύο εβδομάδες υποβάθμιζαν το θέμα; Γιατί δεν παραιτήθηκε η κ. Μενδώνη άπαξ και παραδέχεται ανεπάρκεια καθηκόντων δια της εξαπάτησης;

Πράγματι, η παραίτησή της δεν λύνει κανένα πρόβλημα από μόνη της. Η κοινωνία μας χρειάζεται βαθύτατη κάθαρση με διαρκή αγώνα. Από τον καλλιτεχνικό χώρο μέχρι τη πολιτική σκηνή και τα εργασιακά. Αν κερδίσαμε κάτι τώρα, είναι πως στη κεντρική σκηνή άρχισαν να παίζουν και οι πομπές κεντρικών ονομάτων. Κερδίσαμε την πρώτη άρση του απυρόβλητου για τον κάθε σύγχρονο Κρέοντα. Είναι μια αρχή μονάχα. Μέχρι να ξεθάψουμε τα βαθιά πλοκάμια του τέρατος έχουμε δρόμο μπροστά.

Εν κατακλείδι, να αποσαφηνίσουμε κάποια πράγματα, ανάμεσα στο τι εστί κομματικό, και τι αποτελεί πολιτικό ζήτημα.

Το να ζητάς απόδοση ευθυνών για τον διορισμό ενός παιδεραστή στη θέση του διευθυντή του Εθνικού θεάτρου με απ’ ευθείας ανάθεση, είναι ζήτημα πολιτικό.

Το να προσπαθείς να ταυτίσεις έναν παιδεραστή με ένα κόμμα και μια ιδεολογία, ειναι ζήτημα κομματικό.

Το να ζητάς περαιτέρω έρευνα για αποκάλυψη δικτύου παιδεραστίας ή συγκάλυψής του, είναι ζήτημα πολιτικό.

Το να κάνεις photoshop τον Τσίπρα με καρέ του Λιγνάδη, είναι ζήτημα κομματικό (και σίγουρα δεν ονομάζεται δημοσιογραφία).

Να τονιστεί λοιπόν κάτι ξεκάθαρα και ρητά. Κανείς δεν πρέπει να νοιάζεται για τα πολιτικά φρονήματα του εκάστοτε διωκόμενου, αλλά μονάχα για το ποιος και πώς κάλυψε ή αποπειράθηκε να καλύψει το έγκλημά του.

Οι συνένοχοι μπορεί να κρύβονται ή να φωνάζουν, και αν θέλετε, είναι λογικό να φωνάζουν, μέχρι κα φτάσει και η δική τους η σειρά. Όσοι όμως γνώριζαν και κάνουν τώρα τους χαζούς, ας σκάσουν για πάντα, όπως έσκαγαν όταν άκουγαν φωνές από τη διπλανή τους πόρτα, την ώρα που δυνάμωναν την ανέμελη μουσική τους. Είναι ο ελάχιστος σεβασμός.

Χρήστος Δεμέτης