Ευθέως

Δοκιμασία αντοχής

Η παρούσα κυβέρνηση ξεκίνησε το βίο της μέσα σε ένα κλίμα αισιοδοξίας ότι θα διορθώσει πολλά από τα κακώς κείμενα της χώρας και ότι θα βάλει την οικονομία πάνω στις ράγες μιας υγιούς ανάπτυξης. Γρήγορα πέτυχε να έχει όχι απλώς την ανοχή, αλλά την υποστήριξη της πλειοψηφίας της κοινωνίας.

του Σταύρου Κότσιρα

Ωστόσο, στη μέχρι τώρα δεκάμηνη εξουσία της έπεσαν πάνω της δυο μεγάλες κρίσεις, ο Έβρος με τα παρεπόμενά του και η υγειονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού. Άντεξε με επιτυχία και στις δυο. Μάλιστα στην υγειονομική κρίση εισέπραξε τα εύσημα από όλες τις χώρες του κόσμου, καθώς πήρε στο σωστό χρόνο εύστοχα μέτρα περιορισμού της πανδημίας.

Τώρα το νέο καθήκον της κυβέρνησης είναι να επανεκκινήσει την οικονομία, που μοιραία ήταν το θύμα της πετυχημένης αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης. Δεν είναι βέβαια κανένα εύκολο έργο: Η ιστορική συγκυρία που διανύουμε ως χώρα, σε μεταφορικό επίπεδο, είναι μια “βαριά πέτρα”, που πρέπει να σηκώσουμε, να αντέξουμε το βάρος της. Να διαψεύσουμε στην πράξη το Σεφερικό στίχο “βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες”. Η αποστολή που αναλαμβάνει η κυβέρνηση να φέρει εις πέρας μοιάζει να είναι μια “mission impossible¨, μια ανέφικτη αποστολή. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να είναι εφοδιασμένος, τηρουμένων των αναλογιών, με τις ικανότητες ενός Τομ Κρουζ. Επίσης, να διακατέχεται από μια αντίληψη απόρριψης του ανέφικτου, που απελευθερώνει από την παραδοχή της αδυναμίας και ανοίγει απεριόριστες προοπτικές για δράση και αγώνα. Αυτή η αντίληψη είναι η αληθινή σύνεση, ο νόμος της ζωής, ενώ η φρόνιμη αποδοχή του ανέφικτου, δηλαδή η παραδοχή της αδυναμίας και ο αποκλεισμός της ελπίδας είναι η πραγματική αφροσύνη, ο νόμος του θανάτου.

Εν ολίγοις, η ιστορική πρόκληση που αντιμετωπίζει η χώρα μας είναι να μετατρέψει τη στασιμότητα, την ακινησία της οικονομίας σε δημιουργική κίνηση, σε υπέρβαση των οικονομικών δυσχερειών και σε πέρασμα σε ένα νέο, βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης, που θα είναι προσαρμοσμένο στις νέες διεθνείς οικονομικές συνθήκες και στα δικά μας συγκριτικά πλεονεκτήματα.

Η επιτυχία του εγχειρήματος απαιτεί γενναία πολιτική βούληση από την κυβέρνηση, η οποία οφείλει να αγνοήσει το πολιτικό κόστος και να λάβει όλες τις απαιτούμενες αποφάσεις. Να μην υποκύψει σε λαϊκίστικα μέτρα, στα οποία έχει ιδιαίτερη αδυναμία η αξιωματική αντιπολίτευση. Η τελευταία φαίνεται να εμπνέεται από τη ρήση “Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα”. Δυστυχώς, ο λαϊκισμός δεν έχει πάψει να έχει πέραση στον πολιτικό λόγο δεξιά και αριστερά. Η κοινωνική ευαισθησία είναι πιθανό να σκηνοθετείται και να παίζεται από κόμματα, πολιτικούς, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους και λοιπούς ηθοποιούς της μεγάλης σκηνής, της κοινωνίας.

Γι’ αυτό, επιτακτικό καθήκον της κυβέρνησης είναι να εκπονήσει μια μακροπρόθεσμη εθνική στρατηγική που να σκιαγραφεί ένα νέο όραμα για την Ελλάδα. Το όραμα αυτό δε θα προβλέπει μόνο την κατά το δυνατόν δίκαιη διανομή του παραγόμενου πλούτου, αλλά θα περιλαμβάνει και τις έννοιες της παραγωγής, της ανταγωνιστικότητας, της καινοτομίας και της υγιούς επιχειρηματικότητας.

Η υλοποίηση ενός τέτοιου οράματος προϋποθέτει πρωτίστως εμπνευσμένη και στιβαρή ηγεσία. Ο πρωθυπουργός έχει δείξει στα δύσκολα ότι διαθέτει τη στόφα μιας τέτοιας ηγεσίας. Άντεξε με επιτυχία στη δοκιμασία δύσκολων καταστάσεων. Επομένως, αναμένεται από αυτόν να επιδείξει το ίδιο σθένος στην αντιμετώπιση των οικονομικών δυσχερειών (κυρίως της μεγάλης ύφεσης) που βρίσκονται μπροστά μας. Εννοείται ότι είναι αδήριτη ανάγκη για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα που την εκφράζει να επιδείξουν, επίσης, την αναγκαία αντοχή στις ενόψει αναταράξεις, από τις οποίες προσδοκάται να ξεπηδήσουν τα νέα πεδία οικονομικής ανάταξης της χώρας.