Περιβάλλον

Ηφαίστεια στην Ελλάδα: Γιατί χρειαζόμαστε σχέδιο δράσης

Για ποιόν λόγο εγκρίθηκε τώρα από την Γ.Γ. Πολιτικής Προστασίας το σχέδιο για την αντιμετώπιση ηφαιστειακής δραστηριότητας; Υπάρχει ορατός κίνδυνος; Ο Ε. Λέκκας καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος του ΟΑΣΠ απαντά στο News 24/7.

Εντύπωση προκάλεσε την Πέμπτη η έγκριση από τον Γενικό Γραμματέα Πολιτικής Προστασίας, Νίκο Χαρδαλιά της 1ης έκδοσης του Γενικού Σχεδίου Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών και Άμεσης/Βραχείας Διαχείρισης των Συνεπειών από την Εκδήλωση Ηφαιστειακής Δραστηριότητας στο Ηφαιστειακό Σύμπλεγμα Σαντορίνης με την κωδική ονομασία ΤΑΛΩΣ, στο πλαίσιο της εφαρμογής του Γενικού Σχεδίου Πολιτικής Προστασίας “Ξενοκράτης”.

Η κίνηση αυτή δημιούργησε ανησυχία και συζήτηση για το κατά πόσο υπάρχει ορατός κίνδυνος επανενεργοποίησης του ηφαιστείου της Σαντορίνης αλλά και κάποιου από αυτά που υπάρχουν στην Κω, την Νίσυρο, την Μήλο και τα Μέθανα. Το News 24/7 απευθύνθηκε στον καθηγητή Διαχείρισης Φυσικών Καταστροφών του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρο του ΟΑΣΠ, Ευθύμιο Λέκκα, ώστε να διευκρινιστεί κατά πόσο ο κίνδυνος είναι υπαρκτός.

«Τα Ηφαίστεια των περιοχών αυτών χαρακτηρίζονται ως ένα ενεργό ηφαιστειακό τόξο. Έχουν καταγεγραμμένη δράση σε ιστορικές περιόδους και το σχέδιο αφορά την διαχείριση κινδύνων σε αυτό το τόξο» εξηγεί ο κ. Λέκκας, ο οποίος υπογραμμίζει πως «Δεν υπάρχει ορατός κίνδυνος άμεσα».

«Το 2011 και το 2012» σύμφωνα με τον καθηγητή, «είχαμε μια αφύπνιση του ηφαιστείου της Σαντορίνης, μια ηφαιστειακή κρίση. Αυτή χαρακτηριζόταν από σεισμικότητα, διαφοροποίηση στον χημισμό των αερίων και αναθόλωση της καλδέρας. Τότε συστάθηκε για πρώτη φορά η επιτροπή εκτίμησης ηφαιστειακού κινδύνου, η οποία συνεχίζει μέχρι τώρα και αποτελείται από 30 κορυφαίους επιστήμονες».

Παρά το γεγονός ότι η ηφαιστειακή κρίση τελείωσε και το ηφαίστειο «ξανακοιμήθηκε» όπως λέει ο κ. Λέκκας, η επιτροπή, διαμέσου των επιστημονικών ομάδων, το παρακολούθησε και πρόεκυψε η ανάγκη για να δημιουργηθούν σχέδια στην Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας.

«Το καλό με τα ηφαίστεια είναι ότι πάντα μας δίνουν χρόνο να αντιδράσουμε. Ένα εξάμηνο, έναν χρόνο, αναλόγως. Σε κάθε περίπτωση προειδοποιούν πριν υπάρξει οποιαδήποτε έκρηξη, δεν είναι αιφνίδια όπως οι σεισμοί».

Η παρακολούθηση και η δημιουργία του σχεδίου γίνεται από την εποχή της τελευταίας ηφαιστειακής κρίσης του 2011-2012, αλλά ερωτώμενος για τον χρόνο που εγκρίθηκε το σχέδιο, ο Ευθύμης Λέκκας είναι ξεκάθαρος: « Το σχέδιο δημιουργήθηκε και διαρκώς βελτιωνόταν. Δεν συγχέεται ο χρόνος έγκρισης με κάποιον ορατό κίνδυνο, απλώς υπήρξε η πολιτική απόφαση να γίνει η έγκρισή του τώρα που είναι μια ήρεμη περίοδος. Περιλαμβάνει δύο πιθανά σενάρια, ένα μικρής και ένα μεγάλης δραστηριότητας, ώστε να γίνονται οι κατάλληλες κατανομές ρόλων σε κεντρικούς, περιφερειακούς και τοπικούς φορείς και να υπάρχει η καλύτερη δυνατή αντίδραση και η μείωση των επιπτώσεων».

Τι περιλαμβάνει το σχέδιο
Σύμφωνα με το κείμενο 184 σελίδων, επισημαίνεται η αυξημένη ετοιμότητα “εν όψει επαπειλούμενου κινδύνου για την εκδήλωση ηφαιστειακής δράσης στο ηφαιστειακό σύμπλεγμα της Σαντορίνης λαμβάνοντας υπόψη τον χαρακτηρισμό της κατάστασης επιφυλακής (alert level), που καθορίζεται από την Μόνιμη Επιστημονική Επιτροπή Παρακολούθησης Ελληνικού Ηφαιστειακού Τόξου (ΜΕΕΠΕΗΤ)”.

Όπως αναφέρεται στο σχέδιο “ΤΑΛΩΣ”:

“Η εκδήλωση ηφαιστειακής δράσης στο ηφαιστειακό σύμπλεγμα Σαντορίνης δύναται να προκαλέσει:

-Τραυματισμούς και απώλειες ανθρώπινων ζωών και αίσθημα ανασφάλειας του πολίτη.

-Καταστροφές στις υποδομές της χώρας

-Άμεσες και έμμεσες οικονομικές απώλειες από καταστροφές στις περιουσίες των πολιτών,στον πρωτογενή τομέα (γεωργία, κτηνοτροφία), σε διάφορες υποδομές της χώρας (δίκτυα ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών κλπ.), καθώς και συνέπειες στον τουρισμό εν γένει”.

“Επαυξημένη επιτήρηση”

Για την πρόβλεψη μελλοντικών εκρήξεων έχει εγκατασταθεί σήμερα ένα δίκτυο παρακολούθησης δεκάδων φυσικών και χημικών παραμέτρων όπως η θερμοκρασία και η χημική σύσταση των θερμών νερών και ατμίδων, η σεισμική δραστηριότητα, το επίπεδο της στάθμης της θάλασσας, το βαρυτικό και μαγνητικό πεδίο της γης κ.ά. Η καταγραφή οποιουδήποτε φαινομένου θα αποτελέσει προειδοποίηση για πιθανή επαναδραστηριοποίηση του ηφαιστείου.

Από το 2011 καταγράφηκαν σημαντικές μεταβολές στα υπό παρακολούθηση μεγέθη (σεισμικότητα, παραμόρφωση τοπογραφικού ανάγλυφου, θερμική κατάσταση και χημισμός θερμών ρευστών και εδαφικών αερίων).

Οι μεταβολές των καταγραφών των εγκατεστημένων δικτύων παρακολούθησης ήταν εκτός των ορίων, που έχουν οριστεί ως “φυσιολογική κατάσταση” του ηφαιστειακού κέντρου των Καμένων ,και της ευρύτερης περιοχής της καλδέρας. “Με βάση το είδος και την ένταση των μεταβολών που καταγράφουν τα εγκατεστημένα δίκτυα, εκτιμάται σήμερα ότι το ηφαιστειακό κέντρο των Καμένων βρίσκεται στο αρχικό στάδιο της φάσης “επιτήρησης” (κίτρινο), σύμφωνα με την κατάταξη των διεθνών συστημάτων επικινδυνότητας και συναγερμού των ηφαιστείων”, αναφέρεται.

Στατιστικά είναι πολύ πιθανό το ηφαίστειο να επιστρέψει ξανά σε φυσιολογική κατάσταση. Ωστόσο, είναι επίσης πιθανό η ηφαιστειακή κρίση να οδηγηθεί σε μη αναστρέψιμη πορεία και να εκδηλωθεί κάποια μικρή ή μεγαλύτερη επαναδραστηριοποίηση του ηφαιστειακού κέντρου της γραμμής των Καμένων.

Το πιθανότερο σενάριο σε περίπτωση μη αναστρέψιμης πορείας της κρίσης, είναι: “Το πιθανότερο ηφαιστειακό γεγονός που αναμένεται να εκδηλωθεί (και που καλείται εφεξής “Πιθανότερο σενάριο”), εάν η παρούσα κρίση ακολουθήσει μη αναστρέψιμη πορεία, είναι μία “ιστορικού τύπου” ενδοκαλδερική επαναδραστηριοποίηση των ηφαιστειακών κέντρων των Καμένων. Πρόκειται για ηφαιστειακή δραστηριότητα αντίστοιχη με αυτές που εκδηλώθηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους και συνέβαλαν στη δημιουργία των νησίδων της Παλαιάς και Νέας Καμένης”.

“Οι ηφαιστειακές αυτές δράσεις προαναγγέλλονται από εμφανή πρόδρομα φαινόμενα, όπως σεισμικά γεγονότα έντασης 4-6 σε κλίμακα Μερκάλι, αργή βύθιση της περιοχής στην οποία θα εμφανιστεί ο αρχικός πόρος της έκρηξης κατά δεκάδες εκατοστά, έντονη θερμική ανωμαλία και διάχυση μεγάλων όγκων υδροθερμικών ρευστών, τα οποία γίνονται εμφανή με τη σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας και την έντονη αλλαγή προς το κίτρινο-πράσινο του χρωματισμού της θάλασσας στην εγγύς του αρχικού πόρου περιοχή. Όταν ο πόρος βρίσκεται σε ιδιαίτερα ρηχό θαλάσσιο περιβάλλον ή στο χερσαίο χώρο, εκδηλώθηκαν στο παρελθόν (άρα αναμένονται και στο μέλλον) μικρές υδροθερμικές εκρήξεις ή εκρήξεις διάνοιξης του πόρου από την εκτόνωση των υποκείμενων αερίων χωρίς να εξέλθει μάγμα. Το χρονικό διάστημα της εμφάνισης τέτοιων πρόδρομων φαινομένων ποικίλει από λίγες εβδομάδες έως λίγους μήνες πριν την εκδήλωση στην επιφάνεια της ηφαιστειακής δράσης”.

“Στα πρώτα στάδια εκδήλωσης της ηφαιστειακής δράσης, η εξέλιξη του φαινομένου μπορεί να είναι από ιδιαίτερα αργή έως γρήγορη. Οι εκρήξεις του 1707-11 και 1866-70 είχαν ιδιαίτερα αργή εξέλιξη: το σχετικά παχύρρευστο μάγμα που βρίσκεται σε λίγες δεκάδες μέτρα βάθος, φτωχό σε αέρια φάση η οποία έχει διαφύγει με ήπια διάχυση χωρίς εκρηκτικά φαινόμενα, διεισδύει κάτω από τα προϋπάρχοντα πετρώματα και προκαλεί πολύ αργή αναθόλωση, οδηγώντας σε ανάδυση της περιοχής αυτής εάν βρίσκεται σε ρηχό θαλάσσιο περιβάλλον (π.χ. «Ασπρονήσι» στην έκρηξη του 1707-11). Σε ορισμένες περιπτώσεις, παράλληλα με την αργή διείσδυση και ανάδυση του μάγματος, προκαλούνται στην επιφάνεια και μικρές υδροθερμικές εκτονώσεις, οι οποίες όταν ο πόρος βρίσκεται σε ρηχό θαλάσσιο περιβάλλον, εκδηλώνονται ως πίδακες θερμού νερού ή και ατμού. Οι εκρήξεις του 1925-26 και 1939-41 είχαν ιδιαίτερα ταχεία εξέλιξη: μόνο λίγες ώρες μετά την εκδήλωση των πρώτων υδροθερμικών εκτονώσεων και εκρήξεων διάνοιξης πόρου, εμφανίζονταν στην επιφάνεια ρευστό μάγμα”.

“Ακραίο σενάριο: Το μεγαλύτερης έντασης ηφαιστειακό γεγονός το οποίο έχει κάποια πιθανότητα να εκδηλωθεί στο προσεχές άμεσο μέλλον είναι μία ‘υποπλινιακού’ τύπου έκρηξη. Υποπλινιακές ορίζονται, ως γνωστόν, οι εκρήξεις μέσου μεγέθους (Δείκτης Ηφαιστειακής Εκρηκτικότητας ΔΗΕ:3). Από μία μεσαίου μεγέθους υποπλινιακή έκρηξη αναπτύσσεται ηφαιστειακή στήλη ύψους μεταξύ 8-12 Km και διαρκεί από 30 έως 60 λεπτά. Από την ομπρέλα του ηφαιστειακού νέφους καταπίπτει τέφρα σημαντικού πάχους σε απόσταση που συνήθως δεν υπερβαίνει τα 10 Km στον άξονα κατεύθυνσης της φοράς του ανέμου κατά το χρόνο της έκρηξης. Τροφοδοτούνται επίσης πυροκλαστικά ρεύματα πυκνότητας, ιδιαίτερα επικίνδυνα για τις εγγύς στον πόρο περιοχές, ενώ σε κίνδυνο εκτίθενται και πιο μακρινές περιοχές που βρίσκονται σε τοπογραφικά ταπεινά, καθώς οι ροές κινούνται οριζόντια και κατά μήκος των κοιλάδων ή των πεδινών περιοχών”.

Το σχέδιο “Τάλως”, περιγράφει ακόμη το ρόλο και την ευθύνη που αναλαμβάνει κάθε θεσμικός φορέας (Περιφέρεια Ν. Αιγαίου, Δήμος Θήρας, Πυροσβεστική, Αστυνομία κλπ) για την ολοκλήρωση του σχεδιασμού και το σωστό συντονισμό δράσεων.

Μετά την κρίση του 2011-2012, σήμερα επικρατεί ηρεμία στην Καλντέρα, ωστόσο καταγράφεται μια μόνιμη σεισμική δραστηριότητα στο υποθαλάσσιο ηφαίστειο Κολούμπο και προς την περιοχή της Αμοργού, όπου βρίσκεται το μεγάλο ρήγμα. Είναι άλλωστε η περιοχή που έδωσε τον μεγαλύτερο σεισμό του 20ού αιώνα στην Ευρώπη, 7,5 ρίχτερ, στις 9 Ιουλίου 1956.