ΑΠΟΨΕΙΣ

Η διαφωνία Σόιμπλε – Λε Μερ για το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης

Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα, εκτιμάται ότι το 2021 θα είναι ένα δύσκολο και σκληρό έτος για την ελληνική οικονομία. Η εκτίμηση στηρίζεται πρωταρχικά στο ότι εξακολουθεί να υφίσταται η αβεβαιότητα σχετικά με τον ουσιαστικό περιορισμό της πανδημίας COVID-19. Ο έλεγχος της τελευταίας, παρά τα λαμβανόμενα μέτρα διοικητικού χαρακτήρα, εξακολουθεί να εξαπλώνεται χωρίς σταματημό, παρουσιάζοντας μάλιστα διάφορες μεταλλάξεις, οι οποίες φαίνεται να προβληματίζουν σοβαρά τους επιστήμονες για τις πραγματικές επιπτώσεις του ιού στην υγεία των πολιτών.

του Κώστα Μελά

Παράλληλα, οι όποιες προσδοκίες είχαν δημιουργηθεί για γρήγορη -μέχρι τον Ιούνιο- δημιουργία ανοσίας της αγέλης μέσω του μαζικού εμβολιασμού του πληθυσμού (απαιτείται ποσοστό πάνω από 60,0%) φαίνεται, με βάση όλες τις ενδείξεις, να μην επιτυγχάνεται. Μετατίθεται ο στόχος για το φθινόπωρο, χωρίς και αυτό να θεωρείται σίγουρο, με δεδομένο τα γνωστά προβλήματα με τις εταιρείες παρασκευής των εμβολίων. Ηδη έχει ξεσπάσει σκληρή σύγκρουση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της AstraZeneca λόγω της μικρότερης ποσότητας εμβολίων που προτίθεται να προμηθεύσει στις ευρωπαϊκές χώρες.

Αυτές οι εξελίξεις στο μέτωπο της πανδημίας όχι μόνο δεν επιτρέπουν την άμβλυνση των αβεβαιοτήτων έτσι ώστε δειλά-δειλά να αρχίσει να αποκαθίσταται κάποια κανονικότητα στην οικονομική δραστηριότητα, αλλά αντιθέτως εξαναγκάζει την κυβέρνηση να εξετάσει την αναγκαστική επέκταση των μέτρων στήριξης, κάτι που προφανώς αυξάνει τα δημοσιονομικά ελλείμματα ενώ συγχρόνως η πίεση που δέχεται η οικονομία -τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και ο Προϋπολογισμός- γίνεται δυσβάσταχτη δυσκολεύοντας περαιτέρω την προσπάθεια ανάκαμψης.

Ηδη οι πρώτες εκτιμήσεις του ΚΕΠΕ για τον ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ το α’ εξάμηνο του 2021 δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικές: «Για το α’ εξάμηνο του 2021 ο προβλεπόμενος ρυθμός μεταβολής διαμορφώνεται στο -3,7%, στη βάση των ποσοστιαίων εκτιμώμενων μεταβολών -10,4% και 3% για το α’ και το β’ τρίμηνο του 2021, αντίστοιχα. Η προβλεπόμενη πορεία του πραγματικού ΑΕΠ το α’ εξάμηνο του 2021 και, συνεπώς, οι συνολικές οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα μπορεί να εξελιχθούν σύμφωνα με ένα λιγότερο ή περισσότερο ευνοϊκό σενάριο από το εκτιμώμενο, σε εξάρτηση με τις επιδράσεις μιας σειράς σημαντικών και δυναμικών παραγόντων, αρκετοί εκ των οποίων συνδέονται άμεσα με την εξέλιξη της πανδημίας». Τα νέα δεδομένα, όπως αναφέρθηκαν πιο πάνω, μάλλον μας οδηγούν προς επιδείνωση των παραπάνω εκτιμήσεων και ως εκ τούτου σε πιθανή επιβράδυνση του ρυθμού μεγέθυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Εξάλλου η εκτίμηση της Τραπέζης της Ελλάδος για ετήσιο ρυθμό 4,2% το 2021 έχει γίνει με την προϋπόθεση ότι από την πρώτη μέρα του έτους θα υπάρχει πλήρης οικονομική δραστηριότητα, κάτι που προφανώς δεν μπορεί να ισχύσει αφού ο Ιανουάριος ήδη είναι ουσιαστικά χαμένος. Οι εξελίξεις αυτές πιθανότατα θα εξαναγκάσουν το οικονομικό επιτελείο να επανεξετάσει σειρά από μέτρα που έχει εξαγγείλει όπως η επέκταση του συστήματος αντικειμενικών αξιών σε όλες τις περιοχές όπου ισχύει ακόμη το συγκριτικό σύστημα με την εφαρμογή των νέων αντικειμενικών αξιών, η περαιτέρω μείωση των συντελεστών υπολογισμού του ΕΝΦΙΑ, που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επανεκτίμηση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων σε όλη τη χώρα, η απομείωση στις τρεις πρώτες φάσεις της επιστρεπτέας προκαταβολής. Επίσης, υπάρχουν διάφορα ερωτήματα που χρειάζονται απαντήσεις όπως: Θα διατηρηθούν οι μειωμένοι συντελεστές ασφαλιστικών εισφορών το 2022; Θα καταργηθεί πλήρως η εισφορά αλληλεγγύης;

Πέραν όμως αυτού του είδους τα προβλήματα, που είναι οι μακριές ουρές της πανδημικής κρίσης, τελευταία έχουν προκύψει και ανησυχίες για τη χρονική περίοδο εκταμίευσης της πρώτης δόσης των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης που αναλογεί στη χώρα μας αλλά και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Είναι απολύτως λογικό οι κυβερνήσεις των χωρών να περιμένουν με αγωνία την πρώτη δόση από το μερίδιο που τους αναλογεί από τα 750 δισ. ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης προκειμένου να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν κάπως στα προβλήματα που έχει δημιουργήσει η πανδημία.

Μέχρι σήμερα η εντύπωση που κυριαρχούσε ήταν ότι η εκταμίευση θα άρχιζε κάποια στιγμή στις αρχές του καλοκαιριού, αφότου η Κομισιόν θα είχε δώσει το πράσινο φως στα σχέδια δράσης που θα είχαν καταθέσει τα κράτη-μέλη. Φαίνεται, όμως, ότι αυτό δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, καθώς υπάρχουν πολλά εμπόδια μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Δίνεται η εντύπωση ότι τα εμπόδια είναι γραφειοκρατικού χαρακτήρα, λόγω της φύσης του ευρωπαϊκού μορφώματος, αλλά είναι κοινό μυστικό ότι αντανακλούν την εμπεδωμένη διαφορετική αντίληψη για τις οικονομικές εξελίξεις που έχουν διαμορφώσει οι δύο άτυπες ομάδες των χωρών που ενυπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ενωση: οι λεγόμενες χώρες του Βορρά και του Νότου.

Αυτό αποτυπώθηκε με απόλυτη σαφήνεια στον άτυπο διάλογο που διεξήχθη μέσα από τις σελίδες των «Financial Times» (26 Ιανουαρίου 2021) μεταξύ του προέδρου της Γερμανικής Βουλής Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και του Γάλλου υπουργού των Οικονομικών Μπρινό λε Μερ, οι οποίοι κατέστησαν σαφές ότι οι πολιτικές προτεραιότητες των δύο χωρών είναι διαφορετικές.

Ο Σόιμπλε, πρώτος, κατηγόρησε τις κυβερνήσεις διαφόρων χωρών για αναποφασιστικότητα στην προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων οι οποίες αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη λήψη βοήθειας από το Ταμείο. Επίσης, κατηγόρησε τους εμπλεκόμενους ότι δαπάνησαν πολύ χρόνο προκειμένου να συμφωνήσουν για το ύψος των πόρων του Ταμείου και την αναλογία στα κονδύλια, «χωρίς όμως να σκεφτούν επαρκώς τον τρόπο που θα δαπανηθούν».

Η απάντηση ήρθε από τον Γάλλο υπουργό Οικονομικών:

«Διαπιστώνω πως υπάρχουν εμπόδια και όλη η διαδικασία προχωρά πολύ αργά. Υπάρχει ανάγκη να επιταχύνουμε και, εάν θέλουμε να βγούμε από την οικονομική κρίση με τους καλύτερους δυνατούς όρους, τα ευρωπαϊκά κονδύλια πρέπει να φτάσουν το συντομότερο δυνατό. […] Δεν ξοδέψαμε όλο αυτό το πολιτικό κεφάλαιο για να δούμε το σχέδιό μας να καθυστερεί για τεχνοκρατικούς λόγους».

«Η σημερινή πραγματικότητα καθορίζεται από τρία πράγματα μοναδικά στην Ιστορία: τα υψηλότερα επίπεδα χρέους, τα χαμηλότερα επίπεδα επιτοκίων και τη μεγαλύτερη ανάγκη επενδύσεων», τόνισε ο Γάλλος υπουργός, υπονοώντας ότι το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ε.Ε. πρέπει να αλλάξει ριζικά και όχι απλώς προσωρινά.

Πηγή: protothema.gr