ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

Η λίστα Πέτσα, το σπότ του ΣΥΡΙΖΑ και η ζούγκλα των ελληνικών ΜΜΕ

Τα ελληνικά ΜΜΕ δεν διανύουν και τις καλύτερες μέρες τους, είναι γεγονός. Λίγο η θεματολογία τους, η οποία, τον καιρό της καραντίνας έγινε κουραστικά μονότονη, με τη λέξη ‘κορονοϊός’ να κοσμεί σχεδόν κάθε θέμα με το οποίο καταπιάνονταν, λίγο η λέξη προς λέξη αναπαραγωγή των ίδιων ακριβώς άρθρων, κυρίως σε θέματα πολιτικής επικαιρότητας, όπου, αν είσαι τυχερός, αλλάζει μόνον ο τίτλος της είδησης από site σε site, λίγο τα άρθρα αγιογραφίες για πολιτικά και μη πρόσωπα, ακόμη και οι πιο υποψιασμένοι αναγνώστες και θεατές άρχισαν να διαισθάνονται ότι “κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας”

Της Μαρίας Καραγιάννη

Και μετά ήρθε η λίστα Πέτσα και το σποτ του ΣΥΡΙΖΑ και μπήκε και η ταφόπλακα. Πλέον, η συζήτηση για το τρίγωνο χρηματοδότηση- ΜΜΕ- πολιτική διεξάγεται ανοιχτά, εμπρός στα μάτια όλων μας και το συμπέρασμα είναι τόσο πολωτικό, που το τοπίο θυμίζει προεκλογική περίοδο άλλων εποχών. Εποχών που μια χώρα με μια δεκαετία μνημονίων και λιτότητας στην πλάτη της θα έπρεπε να τις έχει αφήσει πίσω της, διαγράφοντας τες ως αποπροσανατολιστικές και επιζήμιες.

Το κακό, όμως, με τα ΜΜΕ της χώρας μας κρατάει χρόνια. Τόσα πολλά χρόνια, μάλιστα, που το να είσαι δημοσιογράφος πλέον θεωρείται συνώνυμο με την ‘υποκειμενικότητα’ και όχι με την ‘αντικειμενικότητα’, που έτσι και αλλιώς υπάρχει όσο και οι μονόκεροι. Το πιο ανησυχητικό απ’ όλα, όμως, είναι ότι δεν θεωρείτε ούτε καν συνώνυμο με την ουδετερότητα, η οποία δεν είναι και τόσο δύσκολο να επιτευχθεί, αλλά μάλλον δεν προτιμάται.

Το πρόβλημα δεν είναι τόσο τα fake news, τα οποία συχνά πυκνά κοσμούν τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων ή οι αντικρουόμενες οπτικές της ίδιας είδησης, ανάλογα με την πολιτική απόχρωση του μέσου που επιλέγει ο αναγνώστης-θεατής. Το πρόβλημα εντοπίζεται, κυρίως, στην επιμονή ορισμένων δημοσιογράφων να ‘ντύνουν’ τα άρθρα γνώμης με τον μανδύα της είδησης. Ειδήσεις στις οποίες δεν διστάζουν να βάζουν τίτλους όπως “Σοκ”, “Ντροπή”, “Απαράδεκτο”, “Εντυπωσιακό”, ‘Θρίαμβος”, “Σάλος”, “Ανατριχιαστικό” κ.α. που προκαταβάλουν τους αναγνώστες για το πως πρέπει να νιώσουν, πριν καν τις διαβάσουν. Ειδήσεις που δεν κρύβουν, έστω και για τα μάτια του κόσμου, τις πολιτικές απόψεις των συντακτών τους ή τις συμπάθειες ή αντιπάθειες τους για τους πολιτικούς στους οποίους αναφέρονται.

Το πρόβλημα εντοπίζεται, επίσης, και στην ίδια τη θεματολογία που τα μέσα επιλέγουν και τους τρόπους που επιλέγουν να την παρουσιάζουν, όπως είδαμε τελευταία με τις άπειρες προσωπικές φωτογραφίες και τις γαργαλιστικές στα όρια του κουτσομπολιού αναφορές που επέλεξαν να αναπαράγουν κατά κόρων για την είδηση της επίθεσης με βιτριόλι και την απαγωγή της μικρής Μαρκέλλας. Ζωές ανθρώπων που δεν επέλεξαν να είναι δημόσια πρόσωπα, ούτε καν το επιδίωξαν, ξαφνικά έγιναν το επίκεντρο δημόσιων συζητήσεων και τοποθετήσεων, οι οποίες, συχνά-πυκνά, αναπαράγουν δημόσια τα κατώτερα ανθρώπινα ένστικτα και συμπλέγματα που κουβαλούν οι αναγνώστες τους.

Φανταστείτε πόσο προβληματική είναι η κατάσταση της ανελευθερίας και της ‘στρατευμένης’ δημοσιογραφίας στη χώρα μας που ακόμη και η ανακοίνωση της ίδιας της συνδικαλιστικής ένωσης των δημοσιογράφων της χώρας, της ΕΣΗΕΑ, σχετικά με το σποτ του ΣΥΡΙΖΑ, διαβάστηκε μισή από τους παρουσιαστές και μέλη της ένωσης στον αέρα, επιλέγοντας εντέχνως να αφήσουν απ’ έξω την παράγραφο της ανακοίνωσης που κάνει λόγο για την ανάγκη επικράτησης συνθηκών “διαφάνειας και ισοτιμίας σε οποιαδήποτε διαδικασία σχετίζεται, άμεσα ή έμμεσα, με οικονομική ενίσχυση των ΜΜΕ “.

Η ζοφερή εικόνα των ΜΜΕ της χώρας μας είναι γεγονός. Όχι γιατί το λέει ο ΣΥΡΙΖΑ στο σποτάκι του, αλλά γιατί το επιβεβαιώνουν τα πρόσφατα στοιχεία για τον δείκτη της ελευθερίας του τύπου που δημοσιοποίησαν οι Δημοσιογράφοι χωρίς Σύνορα, όπου η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα στις τελευταίες χώρες σε ό,τι αφορά την ελευθερία του Τύπου.

Και το άκρως ανησυχητικό είναι ότι όλοι μας, ως θεατές και αναγνώστες νιώθουμε τόσο άνετα με αυτή την κατάσταση, την αποδεχόμαστε με τέτοια ευκολία και αδιαμαρτύρητα, που φαντάζει πια κανονικότητα; μια κανονικότητα που βλάπτει βάναυσα την ελευθερία και τη δημοκρατία της χώρας μας, αλλά και την ικανότητα μας να διακρίνουμε τις πραγματικά ωφέλιμες από τις ολοκληρωτικά επιζήμιες για τη ζωή μας αποφάσεις που λαμβάνονται σε επίπεδο διοίκησης και πολιτικής.

Τόσο σίγουροι είμαστε για την αλήθεια των πεποιθήσεων μας -πεποιθήσεις οι οποίες, κατά πολύ, είναι το αποτέλεσμα των αναγνωσμάτων μας και της τηλεθέασης μας, καθώς ο μέσος άνθρωπος ζει σε έναν αρκετά περιορισμένο μικρόκοσμο κοινωνικών επαφών- που αρνούμαστε να κάνουμε διάλογο ή δυσκολευόμαστε να διαβάσουμε μια αντίθετη άποψη δίχως να προβούμε σε προσβολές ή και βωμολοχίες στα σχόλια μας.

Τα ΜΜΕ πλάθουν συνειδήσεις και σε αρκετές περιπτώσεις πλάθουν και χαρακτήρες, καθώς αποτελούν το πιο φθηνό και εύκολα προσβάσιμο μέσο ενημέρωσης και διασκέδασης για με τεράστια μερίδα πολιτών της χώρας μας. Οι διοικήσεις τους διατείνονται ότι ο ευτελισμός τους είναι το αποτέλεσμα της προσπάθειας τους να παρέχουν υπηρεσίες βάσει των προτιμήσεων του κοινού, πετώντας έτσι την μπάλα στην εξέδρα και απεμπολώντας ουσιαστικά τον ρόλο τους, που δεν είναι άλλος από αυτόν της ενημέρωσης και της εκπαίδευσης του κοινού.

Όσο τα ΜΜΕ δεν είναι σε θέση να αντλούν πόρους ανεξάρτητα από το κρατικό χρήμα, το τρίγωνο χρηματοδότηση- ΜΜΕ- πολιτική θα παραμένει η μόνη αλήθεια που θα μπορούμε να εμπιστευτούμε δίχως ίχνος αμφιβολίας ως υπηρεσία που μας προσφέρουν αυτά τα μέσα.

Αφήνω εδώ την ομιλία του Murrow, όπως αυτή παρουσιάστηκε μέσα από την ταινία Good night and Good luck, στην οποία εντοπίζει και με τον δικό του μοναδικό τρόπο στηλιτεύει το πρόβλημα των ΜΜΕ διαχρονικά. Αξίζει να την ακούσετε και ας είναι από το 1958. Στο τέλος της θα διαπιστώσετε ότι σήμερα τίποτα δεν έχει αλλάξει και αυτό σίγουρα δεν είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να νιώθουμε περήφανοι, ούτε εμείς, αλλά ούτε και εσείς.