Ευθέως

Η πολιτική ανυπακοή

Είναι γνωστό το διαχρονικό σύνθημα του ΚΚΕ – τουλάχιστον – “Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη”, με το οποίο διακηρύσσεται η υπεροχή αυτού του “νόμου” απέναντι στην ισχύουσα νομοθεσία του “αστικού καθεστώτος”. Αυτές τις ημέρες η κυβέρνηση πρόκειται να νομοθετήσει κανόνες για τις διαδηλώσεις, έτσι ώστε να μην παραλύεται η ζωή στις πόλεις (και ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα) και να μη νεκρώνεται η κίνηση στην εμπορική αγορά. Η Αριστερά σε όλες τις εκδοχές της, εθισμένη αθεράπευτα στον ακτιβισμό των διαδηλώσεων (300 ανά μήνα!) για ψύλλου πήδημα, έσπευσε να δηλώσει σε όλους τους τόνους (δείτε τα σημερινά πρωτοσέλιδα των εφημερίδων της) ότι θα δείξει πολιτική ανυπακοή απέναντι σε μια τέτοια νομοθεσία. Τελικά, μήπως η περιφρόνηση του νόμου υποδηλώνει και εχθρότητα προς τη δημοκρατία και τους κανόνες της; Ή μήπως υπάρχει χώρος για περιορισμένες μορφές ανυπακοής και παράνομες, αλλά ειρηνικές, μορφές πολιτικής διαμαρτυρίας, σκοπός των οποίων είναι να πιεστεί η κυβέρνηση, ώστε να αλλάξει τις πολιτικές της;

του Σταύρου Κότσιρα

Είναι αλήθεια ότι τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει την πολιτική εξουσία και τη σύγχρονη ενσάρκωσή της, το κράτος. Χρειαζόμαστε την ισχύ της πολιτικής εξουσίας, για να είμαστε σίγουροι ότι ένα πλήθος από αγαθά (ζωή, ελευθερία, περιουσία κλπ.) θα συνεχίσει να υφίσταται. Όμως για ποιο λόγο πρέπει να υπακούμε σε αυτήν, όταν μας επιβάλλει καταστάσεις που καθόλου δεν επιθυμούμε; Οι πολιτικοί φιλόσοφοι αναφέρονται στο ερώτημα αυτό αποκαλώντας το “πρόβλημα της πολιτικής υποχρέωσης”.

Στην αρχαία Ελλάδα σχετικά με το νόμο έχουμε δύο “σχολές” σκέψης. Η μία, των σοφιστών, ανέδειξε τη σχετικότητα του νόμου, με επακόλουθο την αμφισβήτηση ή την περιφρόνησή του. Η διδασκαλία και η επιχειρηματολογία τους δεν περιορίστηκε στο επίπεδο της πολιτικής θεωρίας, αλλά χρησιμοποιήθηκε και στην πολιτική πράξη. Στον αντίποδα των θέσεων των σοφιστών βρίσκεται η θεωρητική υπεράσπιση του νόμου, που έγινε κυρίως από τον Σωκράτη. Γι’ αυτόν ο νόμος αποτελεί μία χρήσιμη “συνθήκη” και η συμμόρφωση προς τις επιταγές του είναι δεσμευτική και γίνεται για λόγους συμφέροντος τόσο της πόλης όσο και των πολιτών. Επιπλέον, η σύνδεση της έννοιας του νόμου, ως ευνομίας, με τη δημοκρατία έγινε για πρώτη φορά από τους Έλληνες στο τέλος του 5. αιώνα π.Χ. Γι’ αυτούς ο νόμος υπήρξε το στήριγμα και η εγγύηση όλης της πολιτικής τους ζωής, με συνέπεια να διακηρύσσουν συνεχώς με υπερηφάνεια την υπακοή τους σε αυτόν.

Θα περάσουν αιώνες έως ότου αναζωογονηθεί η έννοια του κοινωνικού συμβολαίου, αυτή τη φορά ως θεμελίου ίδρυσης της πολιτικής κοινωνίας, ιδίως από τον Χομπς, τον Λοκ και τον Ρουσσώ. Σήμερα, λοιπόν, γιατί οφείλω να υπακούω στο νόμο; Ένας λόγος είναι ότι ίσως να μου επιβληθούν κυρώσεις, εάν δεν το πράξω. Πέρα από αυτόν, πρέπει να υπακούω στο νόμο, όταν υπάρχουν ανεξάρτητοι λόγοι για κάτι τέτοιο, άσχετα με το γεγονός ότι το νομικό πλαίσιο απορρέει από τη νόμιμη εξουσία. Οι πολιτικοί φιλόσοφοι προβάλλουν δύο λόγους: Σύμφωνα με τον πρώτο λόγο (Τόμας Χομπς), είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε στους νόμους, επειδή κατά κάποιο τρόπο έχουμε συμφωνήσει και έχουμε δώσει τη συγκατάθεσή μας γι’ αυτό. Κατά γενική ομολογία, οι άνθρωποι δεν ερωτώνται όταν γίνονται μέλη μιας κοινωνίας, αλλά υποχρεούνται να υπακούν στους κανόνες, είτε τους αρέσει είτε όχι. Σύμφωνα με το δεύτερο λόγο (Τζον Λοκ), η υποχρέωση υπακοής στους νόμους προκύπτει από το γεγονός ότι είμαστε αποδέκτες των παροχών του κράτους, κάτι που μπορεί να εκληφθεί ως αποδοχή και συναίνεση. Όμως θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι, οποιοσδήποτε απολαμβάνει τις παροχές της πολιτείας, ταυτόχρονα συναινεί και υποχρεώνεται να υπακούει στους νόμους.

Μια άλλη άποψη, πρόσφατη αυτή τη φορά, επισημαίνει ότι, όταν συμμετέχουμε στις εκλογές, συμφωνούμε να συμμορφωθούμε με την κυβέρνηση που αναδεικνύεται από τη λαϊκή βούληση και να αποδεχτούμε τους νόμους που ψηφίζει. Αυτό είναι λογικό, γιατί δεν θα συνέτρεχε κανένας λόγος να διεξάγονται εκλογές, αν οι άνθρωποι δεν τις θεωρούν νόμιμες. Δυστυχώς, υπάρχει ένα κενό μεταξύ της ψήφου και της συναίνεσης. Ίσως η συγκατάθεση των ψηφοφόρων μπορεί να δικαιολογήσει τη νόμιμη εξουσία των κυβερνήσεων, όχι όμως και το λόγο για τον οποίο οι πολίτες είναι υποχρεωμένοι να υπακούν στο νόμο.

Ας αφήσουμε κατά μέρος το ζήτημα της συγκατάθεσης. Ένας πιο χαρακτηριστικός τρόπος για να κατανοήσουμε την υποχρέωση υπακοής στο νομικό πλαίσιο είναι να αναλύσουμε το ζήτημα της δικαιοσύνης ή του “δίκαιου παιχνιδιού”. Όταν συμμορφώνεται κανείς με την πολιτική εξουσία, απολαμβάνει ευκαιρίες που στην αντίθετη περίπτωση δεν θα του παρουσιάζονταν. Το άτομο που παραβιάζει τους νόμους, παρότι ωφελείται από το γεγονός ότι οι άλλοι τους τηρούν, συμπεριφέρεται άδικα. Ωστόσο, το επιχείρημα του δίκαιου παιχνιδιού, προκειμένου να είναι σε θέση να δικαιολογήσει την πολιτική υποχρέωση, πρέπει να ξεπεράσει δύο δυσκολίες. Η πρώτη είναι να δείξουμε ότι τα οφέλη της πολιτείας προσφέρονται σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, η συμμόρφωση των οποίων στηρίζει το σύστημα της εξουσίας. Η αναφορά στη δικαιοσύνη φέρνει στο προσκήνιο τη δεύτερη δυσκολία. Το επιχείρημα του δίκαιου παιχνιδιού είναι λειτουργικό, όταν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που είναι ουσιαστικά δίκαιες, με την έννοια ότι το κόστος και τα κέρδη είναι δίκαια κατανεμημένα στους συμμετέχοντες. Αν όμως, όπως φαίνεται, ο τρόπος που κατανέμονται οι δαπάνες και τα κέρδη στις κοινωνίες απέχει από το ιδανικό, μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι έχουμε όλοι υποχρέωση να υπακούμε στους νόμους, ώστε να διασφαλίζεται η πρακτική της δικαιοσύνης;

Επομένως, η λύση που εμφανίζεται περισσότερο ορθολογική σχετικά με το πρόβλημα της πολιτικής υποχρέωσης προϋποθέτει την κοινωνική δικαιοσύνη. Ας υποθέσουμε όμως ότι είμαστε σε θέση να δείξουμε ότι η κοινωνία μας είναι σχετικά δίκαιη και ότι τα μέλη της είναι υποχρεωμένα να τηρούν τους νόμους. Αυτό σημαίνει ότι η παραβίαση των νόμων είναι σε όλες τις περιπτώσεις καταδικαστέα; Οι πολιτικοί φιλόσοφοι ισχυρίζονται ότι η εξουσία δεν έχει καμιά ισχύ χωρίς αυστηρή υπακοή. Ωστόσο, η πολιτική ανυπακοή αποτελεί αντίδραση σε ένα συγκεκριμένο άδικο νόμο ή απάντηση στην αδιάλλακτη στάση του κράτους απέναντι στις ανησυχίες ενός τμήματος του λαού, η οποία εκφράζεται με την παραβίαση του νόμου, όταν οι νόμιμες μορφές διαμαρτυρίας αποδεικνύονται αναποτελεσματικές. Με άλλα λόγια, η πολιτική υποχρέωση δεν είναι απόλυτα δεσμευτική. Μπορούμε, σε γενικές γραμμές, να είμαστε υποχρεωμένοι να υπακούμε στους νόμους, αλλά έχουμε το δικαίωμα να “παρανομούμε” σε ακραίες περιπτώσεις.

Μια αρκετά διαδεδομένη άποψη υποστηρίζει ότι η πολιτική ανυπακοή είναι αποδεκτός τρόπος αντίδρασης έναντι ενός καταπιεστικού καθεστώτος, όμως σε μια δημοκρατική πολιτεία, όπου υπάρχει ελευθερία έκφρασης και το δικαίωμα της ειρηνικής διαμαρτυρίας, δεν δικαιολογείται, καθώς η πολιτική υποχρέωση είναι πιο αυστηρή σ’ αυτή την περίπτωση. Άλλωστε, δεν πρέπει να λησμονείται η επισήμανση του Καντ σχετικά με την ανυπακοή στο νόμο: “Τι θα συνέβαινε, αν όλοι συμπεριφέρονταν κατά τον ίδιο τρόπο;”

Ως τελικό συμπέρασμα, μπορούμε να θυμηθούμε ότι, σύμφωνα με τον Αριστόβουλο Μάνεση, ο νόμος αποτελεί τη συστηματική έκφραση όχι μόνο της “οργανωμένης κρατικής βίας”, αλλά και της “οργανωμένης κοινωνικής συναίνεσης”. Επομένως, καθήκον της πολιτικής εξουσίας είναι να προσπαθεί, πριν από την τελική αποκρυστάλλωση του νόμου, να διασφαλίζει αυτή τη δύσκολη αλλά λυτρωτική “κοινωνική συναίνεση”, για να μην αναγκάζεται να καταφεύγει στην “οργανωμένη κρατική βία”.