ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ

Ινδία : Η απαγόρευση των κινεζικών εφαρμογών απομακρύνει τους επενδυτές

Πέντε μήνες αφού η Ινδία απαγόρευσε τη λειτουργία της επιχείρησής του, ο Άαρον Λι έχει αποδεχτεί ότι θα μείνει για πάντα αποκλεισμένος από τη χώρα.

Μιλώντας στους Financial Times από το γραφείο του στην πόλη Χανγκζού της ανατολικής Κίνας, ο Λι εξηγεί ότι δεν έχει ιδέα αν το Club Factory, η εταιρεία που πουλούσε φθηνά ρούχα και οικιακά είδη σε εκατοντάδες εκατομμύρια Ινδών μέσα από τις οθόνες των κινητών τους τηλεφώνων, θα μπορέσει να ξεκινήσει ποτέ και πάλι το εμπόριο στην Ινδία, μετά την απόφαση του Νέου Δελχί να βάλει σε μαύρη λίστα ένα πλήθος κινεζικών εφαρμογών.

Νέο μπαράζ απαγορεύσεων

Αυτή την εβδομάδα, η Ινδία απαγόρευσε άλλες 43 κινεζικές εφαρμογές, συνεχίζοντας την εκστρατεία της κατά των κινεζικών εταιρειών τεχνολογίας, που ξεκίνησε τον Ιούνιο, μετά το θερμό επεισόδιο των δύο χωρών στα σύνορά τους στα Ιμαλάια. Το αιματηρό επεισόδιο κατέληξε στους θανάτους 21 Ινδών στρατιωτών. Η λεγόμενη «ψηφιακή απεργία», έχει πλήξει μεγάλες κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας, όπως οι Alibaba, Tencent και ByteDance.

Κατά τη διάρκεια της περσινής χρονιάς, ο Λι συγκέντρωσε επενδυτικά κεφάλαια 100 εκατ. δολαρίων για να επεκταθεί στην Ινδία, καθώς το Club Factory έφτασε στην κορυφή της λίστας των αγαπημένων εφαρμογών των Ινδών, γεννώντας κέρδη. Όπως λέει, πίστευε ότι η Ινδία κρύβει μεγαλύτερες ευκαιρίες από την πολυπληθή κινεζική αγορά, περιγράφοντάς την ως «γαλάζια θάλασσα» για το ηλεκτρονικό εμπόριο.

Όμως τώρα περιμένει να χάσει το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεών του. Οι μήνες αναμονής έχουν καταστρέψει την επιχείρησή του, όπως λέει.

Ο Λι θυμάται να ακούει ένα βράδυ στις ειδήσεις ότι η Ινδία θα απαγόρευε 59 εφαρμογές κινεζικών συμφερόντων για λόγους ασφαλείας – ανάμεσά τους και η δική του. Σε μια στιγμή, σχεδόν όλες οι κορυφαίες κινεζικές εφαρμογές εξαφανίστηκαν από τα ινδικά τηλέφωνα. Μέσα σε αυτές και το TikTok.

Ο Λι εξηγεί στους FT ότι δεν άργησε να αναλάβει δράση για να σώσει την επιχείρησή του. Την επόμενη μέρα, μίλησε με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου του Club Factory. «Όλοι οι επενδυτές είχαν σοκαριστεί. Κανένας άνθρωπος του internet δεν είχε ζήσει κάτι τέτοιο».

Η ενημέρωση από το ινδικό υπουργείο ηλεκτρονικών και τεχνολογίας πληροφοριών ανέφερε απλώς ότι το Club Factory θα αφαιρούνταν από τα app stores της Google και της Apple στη χώρα.

Εταιρείες και εργαζόμενοι στον αέρα

Οι ινδικές εταιρείες τηλεπικοινωνιών σύντομα μπλόκαραν ακόμη και τη διεύθυνση του Club Factory στο internet, με τους καταναλωτές να μην μπορούν καν να ελέγξουν την εξέλιξη των παραγγελιών τους. Ο Λι δυσκολευόταν ακόμη και να επικοινωνήσει με το προσωπικό του στην Ινδία, αφού ως τότε η επικοινωνία τους πραγματοποιούνταν μέσω κινεζικής εφαρμογής chat.

Ο Λι απέστειλε επιστολή στο ινδικό υπουργείο μέσω του δικηγόρου του. «Το Club Factory έχει επενδύσει περίπου 87,5 εκατ. δολάρια στην Ινδία, προκειμένου να δημιουργήσει αναγκαίες υποδομές για το ηλεκτρονικό εμπόριο», έγραφε. «Δεν εμπλεκόμαστε με κανέναν τρόπο σε οποιαδήποτε ζημιογόνα δραστηριότητα για την κυριαρχία και την ακεραιότητα της Ινδίας».

Όμως δεν έλαβε καμία απάντηση. Οι προσπάθειες της νομικής του ομάδας να έρθει σε επικοινωνία με το υπουργείο, έπεσαν επίσης στο κενό. «Η εντολή δόθηκε από τον πρωθυπουργό Ναρέντρα Μόντι», υποστηρίζει στους FT προσθέτοντας ότι και άλλες πληγείσες κινεζικές εταιρείες δεν έχουν την παραμικρή εικόνα για την κατάσταση. «Διαπιστώσαμε αμέσως ότι δεν είχε κανένα νόημα να ρωτάμε τρίτους. Κανείς δεν γνωρίζει», λέει ο χαρακτηριστικά.

Εκατοντάδες απολύσεις

Στην Χανγκζού, οι υπάλληλοί του άρχισαν να τον ρωτούν αν έχει κάποιο σχέδιο. Το Club Factory δραστηριοποιούνταν αποκλειστικά στην Ινδία. Μέχρι τον Ιούλιο, κάθε μήνα συγκέντρωνε 100 εκατ. δολάρια παραγγελιών. Ξαφνικά, βρέθηκε στο μηδέν. Μέσα σε δυο εβδομάδες, ο Λι απέλυσε το μισό του προσωπικό, περισσότερα από 300 άτομα, για να κερδίσει λίγο χρόνο.

«Δεν υπήρχε άλλη λύση. Αναγκάστηκα να κάνω μια δύσκολη επιλογή», εξηγεί, προσθέτοντας ότι οι απολύσεις εξασφάλισαν αρκετά χρήματα στην εταιρεία ώστε να παραμείνει ανοιχτή επί πέντε με έξι μήνες χωρίς εισοδήματα.

Περισσότερες από 200 κινεζικές εφαρμογές έχουν πλέον απαγορευτεί στην ινδική αγορά, ενώ την Τρίτη το Νέο Δελχί πρόσθεσε 43 ακόμη στη μαύρη λίστα του.

Οι τεχνολογικές εταιρείες της Κίνας, άλλοτε πρόθυμες να επενδύσουν στις τεράστιες αναξιοποίητες δυνατότητες της ινδικής αγοράς, εξακολουθούν να μην έχουν ενημερωθεί για τη διάρκεια αυτών των απαγορεύσεων.

Το Alibaba απέλυσε τους υπαλλήλους του στη χώρα και περιόρισε τις «πρωτοβουλίες καινοτομίας» του. Το Tencent επέστρεψε τα πνευματικά δικαιώματα ενός παιχνιδιού που σημείωνε τεράστια επιτυχία στον Νοτιοκορεάτη δημιουργό του, σε μια προσπάθεια να επιτραπεί και πάλι η χρήση του στην Ινδία.

Το TikTok αντέχει – αλλά για πόσο;

Το TikTok προς το παρόν δεν έχει προχωρήσει σε περικοπές του προσωπικού του, το οποίο μετρά περίπου 2.000 άτομα, όμως πρόσωπο με στενές σχέσεις με την εταιρεία δήλωσε στους FT ότι το ηθικό είναι πεσμένο. «Κάνουν πολλή δουλειά, δημιουργούν ομάδες, κάνουν σχέδια για να ξανακερδίσουν την Ινδία όταν επιτραπεί εκ νέου η κυκλοφορία του TikTok. Όμως φοβούνται ότι οι υπάλληλοι θα αρχίσουν να παραιτούνται».

Άλλο πρόσωπο με στενούς δεσμούς με το TikTok δήλωσε ότι οι Ινδοί αξιωματούχοι καθυστερούν να λάβουν σχετικές αποφάσεις, επειδή οι εντάσεις στα σύνορα συνεχίζονται.

«Μέχρι να αποκλιμακωθεί η ένταση με την Κίνα, η ινδική κυβέρνηση δεν έχει κανένα λόγο να αλλάξει στάση», εξηγεί στους FT ο Γκανές Ρενγκασουάμι, συνιδρυτής της εταιρείας Quona Capital. «Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις επιχειρήσεις, είναι κοινωνικό και πολιτικό».

Σύμφωνα με τον Λι, η κινεζική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά για να βοηθήσει την κατάσταση.

Εκπρόσωπος της κινεζικής κυβέρνησης δήλωσε την Τετάρτη: «Από τον Ιούνιο η Ινδία έχει προχωρήσει τέσσερις φορές σε μπλοκάρισμα κινεζικών εφαρμογών χρησιμοποιώντας ως πρόφαση την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Είναι προφανές ότι η κίνηση παραβιάζει τους κανόνες της αγοράς και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου».

Στο τέλος Ιουλίου, το Club Factory έλαβε μια λίστα ερωτήσεων από το υπουργείο. Μεταξύ άλλων, αυτές αφορούσαν: το είδος των υπηρεσιών που παρέχει η εφαρμογή, την πολιτική ιδιωτικότητας, τα στοιχεία των ιδιοκτητών και την τοποθεσία των σέρβερ.

«Αφού τις είδαμε, αντιληφθήκαμε ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά – αντιληφθήκαμε ότι δεν υπήρχε κάποιος συγκεκριμένος λόγος για την απαγόρευση», τονίζει ο Λι, που παρόλα αυτά απέστειλε όλες τις σχετικές απαντήσεις. «Έκτοτε δεν έχουμε λάβει την παραμικρή ενημέρωση», συμπληρώνει.

Εκπρόσωπος του υπουργείου υποστηρίζει ότι οι εφαρμογές βρίσκονται ακόμη σε στάδιο αξιολόγησης.

Την ίδια στιγμή, ο Λι και η ομάδα του προσανατολίζονται στη δημιουργία μιας εφαρμογής για την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Ακόμη και αν η Ινδία χαλαρώσει την απαγόρευση, τονίζει ότι έχει ανάγκη από μια συγγνώμη, πριν ενταχθεί και πάλι στην ινδική αγορά.

«Γιατί να επενδύσω σε μια χώρα αν αυτό ενέχει το ρίσκο να βρεθώ στο μηδέν;», αναρωτιέται ο Λι. «Σήμερα είναι οι κινεζικές εφαρμογές, την επόμενη μέρα θα μπορούσαν να είναι οι αμερικανικές. Κανείς δεν ξέρει».

ΠΗΓΗ:in.gr