ΜΑΓΝΗΣΙΑ

Κάλεσμα ανθρωπιάς και περίθαλψης από Βολιώτισσα άστεγη

Ρεπορτάζ: Δέσποινα Κοτρόγια

 

Στο Ράδιο Ακρόαμα, απευθύνθηκε την περασμένη Παρασκευή μία 67χρονη Βολιώτισσα, προκειμένου να της δοθεί μία δεύτερη ευκαιρία στην αξιοπρέπεια και τη ζωή. Η ιστορία της 67χρονης, που εξέφρασε με σπαραγμό το παράπονό της, τόσο απέναντι στην πολιτεία όσο και απέναντι στους ανθρώπους γενικότερα, συγκλονίζει και συγκινεί βαθύτατα.
Η άτυχη γυναίκα που τα τελευταία χρόνια ζει σε ένα ημιυπόγειο, χωρίς θέρμανση και ρεύμα, μαζί με τον 38χρονο γιο της, ανέφερε χαρακτηριστικά «Δεν ζητάω τίποτα παραπάνω από μία στέγη και μία δουλειά για το γιο μου. Ζω σε μία αποθήκη που μας παραχώρησαν και ευτυχώς έχει ακόμη νερό. Το ρεύμα έχει κοπεί και είμαστε με φακούς», ενώ πρόσθεσε «Φοράω αυτά τα ρούχα δύο μήνες και ο γιος μου κυκλοφορεί με τρύπια χιλιοκολλημένα παπούτσια».
Παράλληλα, έκανε λόγο για τη συλλογική αδιαφορία του κράτους, λέγοντας «Όταν άνοιξε ο ξενώνας στη Νεάπολη, μας παραχώρησαν στην αρχή ένα δωμάτιο. Ήμασταν οι πρώτοι που μπήκαμε, αλλά μόλις πέρασε λίγο ο καιρός μας έδιωξαν για να βάλουν άλλους». Ωστόσο, σημείωσε πως υπάρχουν ακόμη άτομα που βοηθούν και συντρέχουν τον συνάνθρωπό τους, όπως διάφορα μαγαζιά εστίασης που τους προμηθεύουν μέρα παρά μέρα κάποια στοιχειώδη τροφή, αλλά και η εκκλησία με τη παροχή συσσιτίου.
Η αρχή του κακού ξεκίνησε πριν πέντε χρόνια, όπως δήλωσε ο ίδιος ο γιος της, όταν απολύθηκε από τη Χαλυβουργία, όπου εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης επί έξι χρόνια, λόγω περικοπών. Τότε, αναγκάστηκε να δουλέψει ως διανομέας σε μία πιτσαρία, ανασφάλιστος και με «μαύρα» χρήματα. Όταν η επιχείρηση έκλεισε, εκείνος έμεινε χωρίς ταμείο ανεργίας, χωρίς λεφτά, με μηδαμινό εισόδημα και με πολλούς λογαριασμούς να «τρέχουν». Η μητέρα του εργαζόταν για λίγα χρόνια ως ξενοδοχοϋπάλληλος, όμως αποσύρθηκε γρήγορα από τον κλάδο αμέσως μετά τον γάμο της για να αφιερωθεί στην οικογένειά της. Συνεπώς δε διαθέτει αρκετά ένσημα, ώστε να λάβει έστω μία μειωμένη σύνταξη. Ύστερα από το διαζύγιο των γονέων του όλα άλλαξαν, καθώς διακόπηκε κάθε επαφή με τον πατέρα του και έφυγε από την περιοχή των Αλυκών που διέμενε έως τότε. Από εκεί και πέρα άλλαξε πολλές κατοικίες, με τελευταία στη Μεταμόρφωση. Τέλος, αναφέρθηκε στην καχυποψία του κόσμου απέναντι τους, επισημαίνοντας ότι «Κανείς δε μας παίρνει για δουλειά σε αυτή τη κατάσταση. Μας λένε θα σας ειδοποιήσουμε και το τηλέφωνο δεν χτυπάει ποτέ ή μερικές φορές μου ζητάνε το e-mail μου. Ακόμη και να είχα, πού να συνδεθώ και με τι; Θέλουμε μία μόνιμη κατοικία, επιπλωμένη με τα βασικά, να μην πληρώνουμε ενοίκιο για ένα διάστημα, για δύο-τρεις μήνες, μέχρι να βρεθεί μία δουλειά για να βάλουμε τη ζωή μας σε τάξη».
Φίλη της οικογένειας μιλώντας για το θέμα, είπε «Πρέπει να πάρει ένα τέλος αυτός ο «Γολγοθά» που αντιμετωπίζουν. Την είχα παλιά πελάτισσα, όταν το μαγαζί μου βρίσκονταν στην Αντωνοπούλου. Ήταν μία γυναίκα αξιοπρεπέστατη, δυναμική και αλέγρα. Τα τελευταία πέντε χρόνια την έβλεπα να περιφέρεται έξω από τον Άγιο Νικόλαο. Τις προάλλες ήρθε εδώ στο μαγαζί μου, για να μου ζητήσει να της δώσω κάτι για τους κάλους, από τους οποίους υπέφερε. Ήταν αρκετά φοβισμένη και ταραγμένη, έτσι πήρα το θάρρος, να τη ρωτήσω τι συμβαίνει. Δεν είναι δυνατόν το κράτος να επιτρέπει να συμβαίνουν τέτοια πράγματα στους Έλληνες. Δεν το αντέχω».