ΥΓΕΙΑ

Μεταλλάξεις κορονoϊού: Μα, επιτέλους, γιατί έχουν τόσο περίεργα ονόματα;

20H/501Y.V2., VOC 202012/02.. B.1.351.

Μοιάζουν με στρατιωτικό κώδικα – ή με τον τελευταίο κωδικό που αναγκαστήκαμε να βάλουμε στο Skype, με τους μεγάλους και μικρούς λατινικούς χαρακτήρες, τα σύμβολα και τους αριθμούς του.

Σε αντίθεση, όμως, με τους κωδικούς μας, κάθε σύμβολο που περιλαμβάνεται στις ονομασίες των μεταλλάξεων του νέου κοροναϊού έχει τη δική του ξεχωριστή σημασία στη γλώσσα των επιστημόνων που τέλεσαν χρέη… νονού. Αυτό, φυσικά, δεν μας βοηθά να τις θυμόμαστε. Άλλωστε, ακόμη και η αλλαγή μιας φαινομενικά ασήμαντης τελείας, αναφέρεται σε μια εντελώς διαφορετική οικογένεια του ιού.

Όλα αυτά δεν θα αποτελούσαν πρόβλημα στις αθώες εποχές που οι επιστημονικές ονομασίες του εκάστοτε ιικού στελέχους απασχολούσαν μόνο τους ειδικούς. Τώρα, όμως, που δισεκατομμύρια άνθρωποι σκρολάρουν με τις ώρες προσπαθώντας να μάθουν ό,τι μπορούν για τη νέα απειλή, τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά. Ειδικά αν λάβουμε υπόψη μας ότι η εναλλακτική λύση είναι η σύνδεση των στελεχών με διάφορα τοπωνύμια, όπου εντοπίστηκαν για πρώτη φορά.

Και σε περίπτωση που αναρωτιέστε, ναι, αυτό μπορεί να στιγματίσει ανεπανόρθωτα ολόκληρους λαούς, γιγαντώνοντας τον ρατσισμό.
«Η σύλληψη ονομάτων που είναι διακριτά, πληροφορούν τον αναγνώστη, δεν περιλαμβάνουν γεωγραφικές αναφορές και είναι δυνατό να τα προφέρει και να τα θυμηθεί κανείς με σχετική ευκολία, αποτελεί πρόκληση», υποστηρίζει η Έμα Χόντκροφτ, μοριακή επιδημιολόγος στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης, στην Ελβετία, μιλώντας στους Times της Νέας Υόρκης. «Ακούγεται απλό, αλλά στην πραγματικότητα είναι πάρα πολύ δύσκολο να προσπαθήσεις να συμπεριλάβεις όλη αυτή την πληροφορία».

Η λύση, σύμφωνα με την Χόντκροφτ και άλλους επιστήμονες, είναι η δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος που θα χρησιμοποιείται από όλους, αλλά θα συνδέεται και με τα πιο τεχνικά συστήματα που χρησιμοποιούν οι επιστήμονες. Ο ΠΟΥ έχει συστήσει ομάδα εργασίας με μερικές δεκάδες ειδικούς που προσπαθούν να βρουν έναν απλό τρόπο να κάνουν πράξη αυτή την ιδέα.

«Αυτό το νέο σύστημα θα προσδίδει στις μεταλλάξεις ενδιαφέροντος μια ονομασία που προφέρεται εύκολα και μένει στη μνήμη, ενώ παράλληλα ελαχιστοποιεί τα περιττά αρνητικά αποτελέσματα που έχουν τα σημερινά «λαϊκά» ονόματα επί εθνών, οικονομιών και ανθρώπων», έγραψε ο ΠΟΥ σε ανακοίνωσή του. «Η πρόταση για αυτό τον μηχανισμό αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε στάδιο επεξεργασίας από εσωτερικούς και εξωτερικούς συνεργάτες, πριν φτάσει στην τελική του μορφή».

Μέχρι στιγμής, ο πιο υποσχόμενος υποψήφιος είναι, σύμφωνα με δυο μέλη της ομάδας εργασίας, αφοπλιστικά απλός: Μια απλή αρίθμηση των μεταλλάξεων, βάσει της ημερομηνίας κατά την οποία έγινε η ταυτοποίησή τους: V1, V2, V3, κλπ.

«Υπάρχουν χιλιάδες επί χιλιάδων μεταλλάξεις και χρειαζόμαστε κάποιο τρόπο να τις ονοματίζουμε», εξηγεί στους Times ο Τρέβορ Μπέντφορντ, εξελικτικός βιολόγος στο Ερευνητικό Κέντρο για τον Καρκίνο Fred Hutchinson του Σιάτλ και μέλος της ομάδας εργασίας.
Η διαδικασία της «βάπτισης» των ασθενειών δεν ήταν πάντα τόσο περίπλοκη. Για παράδειγμα, η σύφιλη έλκει το όνομά της από ένα ποίημα του 1530, στο οποίο ένας βοσκός, ο Σύφιλος, πέφτει θύμα της κατάρας του θεού Απόλλωνα. Όμως η εφεύρεση του μικροσκοπίου, γύρω στο 1600, έφερε στο φως τον μυστικό κόσμο των μικροβίων, επιτρέποντας στους επιστήμονες να αρχίσουν να δίνουν ονόματα με βάση τα σχήματα των παθογόνων, εξηγεί στους Times ο Ρίτσαρντ Μπαρνέτ, ιστορικός της επιστήμης στη Βρετανία.

Όμως κάτι παραμένει σταθερό: Ο ρατσισμός – και ο ιμπεριαλισμός – που μόλυνε τις ονομασίες των… μολύνσεων. Στη διάρκεια του 19ου αιώνα, επιδημία χολέρας εξαπλώθηκε στην Ευρώπη από την Ινδία. Οι βρετανικές εφημερίδες την αποκάλεσαν «ινδική χολέρα», ενώ δεν έλειψαν και οι αναπαραστάσεις της ασθένειας ως φιγούρας ντυμένης με μανδύες και τουρμπάνια.

«Οι ονομασίες σε πολλές περιπτώσεις αντανακλούν και επεκτείνουν το στίγμα», εξηγεί στους Times ο Μπαρνέτ.
Το 2015 ο ΠΟΥ εξέδωσε καλές πρακτικές για την ονομασία των νέων ασθενειών: Αποφυγή γεωγραφικών τοποθεσιών ή ονομάτων ανθρώπων, ζωικών ειδών ή τροφίμων, αλλά και όρων που προκαλούν αχρείαστο φόβο, όπως «φονικός» ή «επιδημικός».

Οι επιστήμονες στηρίζονται τουλάχιστον σε τρία συστήματα ονοματοδοσίας, το Gisaid, το Pango και το Nextstrain, το καθένα εκ των οποίων έχει τη δική του εσωτερική συνοχή.

«Δεν μπορείς να επιτηρήσεις κάτι που δεν μπορείς να κατονομάσεις», εξηγεί ο Όλιβερ Πίμπους, εξελικτικός βιολόγος της Οξφόρδης που συμμετείχε στον σχεδιασμό του Pango.

Οι επιστήμονες βαφτίζουν τις μεταλλάξεις όταν οι αλλαγές του γονιδιώματος συμπίπτουν με νέες εξάρσεις, όμως τραβούν την προσοχή του κοινού σε αυτές μόνο όταν έχουν επιφέρει και αλλαγές στη συμπεριφορά του ιού, διευκολύνοντας για παράδειγμα τη μετάδοση (Β.1.1.7, η μετάλλαξη που παρατηρήθηκε για πρώτη φορά στη Βρετανία) ή παρακάμπτοντας, έστω σε κάποιο βαθμό, τις αντιστάσεις του ανοσοποιητικού (Β.1.351, η μετάλλαξη που εντοπίστηκε στη Νότια Αφρική).

Κωδικοποιημένα στα παράξενα γράμματα και σύμβολα είναι διάφορα στοιχεία για την καταγωγή της μετάλλαξης. Για παράδειγμα, το «Β.1» δείχνει ότι πρόκειται για μεταλλάξεις που σχετίζονται με την έξαρση στην Ιταλία στη διάρκεια της περασμένης άνοιξης. Όταν η ιεραρχία των μεταλλάξεων γίνεται υπερβολικά περίπλοκη για να συμπεριλάβει και άλλους αριθμούς ή τελείες, οι νεότερες μεταλλάξεις λαμβάνουν το επόμενο γράμμα που είναι διαθέσιμο, με αλφαβητική σειρά.

Όμως, όταν οι επιστήμονες ανακοίνωσαν ότι μια νέα μετάλλαξη με την ονομασία Β.1.315 – δηλαδή με δυο ψηφία απόσταση από την μετάλλαξη που ταυτοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Νότια Αφρική ως Β.1.351 – εξαπλώνεται στις ΗΠΑ, ο Νοτιοαφρικανός υπουργός υγείας «μπερδεύτηκε αρκετά», επισημαίνει στους Times o Τούλιο ντε Ολιβέιρα, ένας γενετιστής από τη Σχολή Ιατρικής Νέλσον Μαντέλα στο Ντουρμπάν και μέλος της ομάδας εργασίας του ΠΟΥ.

«Πρέπει να βρούμε ένα σύστημα που δεν θα είναι κατανοητό αποκλειστικά στους εξελικτικούς βιολόγους», προσθέτει.
Από τη στιγμή που δεν υπάρχουν διαθέσιμες απλές εναλλακτικές, οι περισσότεροι κατέληξαν να αποκαλούν το στέλεχος Β.1.351 «νοτιοαφρικανική μετάλλαξη». Όμως ο Δρ. ντε Ολιβέιρα έχει παρακαλέσει τους συναδέλφους του να αποφεύγουν αυτό τον όρο, αφού ήδη στο παρελθόν η σύνδεση με τοπωνύμια (π.χ. κινέζικη γρίπη) έχει οδηγήσει σε εξάρσεις του ρατσισμού στη διάρκεια της πανδημίας.

Αυτού του είδους τα ενδεχόμενα έχουν σταθεί αρκετά ώστε να αποθαρρύνουν ορισμένες χώρες από το να ανακοινώσουν τον εντοπισμό ενός νέου παθογόνου εντός των συνόρων τους. Επιπλέον, τα τοπωνύμια μετά από λίγο καιρό δεν έχουν την παραμικρή γεωγραφική αξία: Το Β.1.351 αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε 48 χώρες, ανάμεσά τους και η δική μας. Επομένως, είναι παράλογο να το ονομάζουμε «νοτιοαφρικάνικη μετάλλαξη», τονίζει ο Ολιβέιρα.

Και η πρακτική αυτή μπορεί να προκαλέσει και πρακτικά προβλήματα και στρεβλώσεις. Δεν είναι απολύτως σίγουρο αν η μετάλλαξη «γεννήθηκε» στη Νότια Αφρική. Σε μεγάλο βαθμό, εντοπίστηκε εκεί χάρη στη δουλειά των Νοτιοαφρικανών επιστημόνων, όμως η ονομασία του βάσει της χώρας θα μπορούσε να παραπλανήσει άλλους επιστήμονες, κάνοντάς τους να παραβλέψουν το ενδεχόμενο η μετάλλαξη να έφτασε εκεί από κάποια άλλη χώρα, η οποία δεν είχε εξίσου εξελιγμένα εργαστήρια.

Άλλες ονομασίες που έχουν προταθεί για το νέο σύστημα, αντλούν την έμπνευσή τους από τυφώνες, από το ελληνικό αλφάβητο, πτηνά, άλλα ζωικά ονόματα (π.χ. κόκκινος σκίουρος) και τοπικά τέρατα.
Η Έιν Ο’Τουλ, διδακτορική φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και μέλος της ομάδας του Pango πρότεινε τη χρήση χρωμάτων.

«Θα μπορούσες να έχεις σάπιο μήλο, ματζέντα και φούξια», εξηγεί.

Μερικές φορές, πάντως, η ίδια η επιστημονική ονομασία αρκεί, όπως στην περίπτωση μιας από τις πρώτες μεταλλάξεις που εντοπίστηκαν πέρσι την άνοιξη, της D614G, που η Ο’ Τουλ και οι συνάδελφοί της άρχισαν να αποκαλούν «Νταγκ».

Σε κάθε περίπτωση, ένα νέο σύστημα είναι αναγκαίο. Και θα πρέπει όχι μόνο να εφεύρει εναλλακτικές που οι άνθρωποι να είναι πιο πιθανό να υιοθετήσουν σε σχέση με τα τοπωνύμια, αλλά και να το κάνει γρήγορα, πριν το όνομα «μας κολλήσει» στο μυαλό. Αλλά και προσεκτικά, ώστε να μην καταλήξουμε να βγάζουμε ονομασίες για την κάθε ασήμαντη μετάλλαξη.

Και φυσικά, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό τόσο από τους επιστήμονες όσο και από το ευρύ κοινό.

Πηγή: in.gr