ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Νέες ταινίες: Η αντισυμβατική κωμωδία «Τζότζο» με τη Σκάρλετ Γιόχανσον υποψήφια για έξι Οσκαρ

Στις κινηματογραφικές πρεμιέρες της εβδομάδας, η φρίκη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου παρουσιάζεται μέσα από το παιδικό βλέμμα του «Τζότζο».Αυτή την εβδομάδα και η κινηματογραφική μεταφορά του διάσημου μιούζικαλ «Cats» έρχεται στη μεγάλη οθόνη.

ταινια

Τζότζο (Jojo Rabbit)
Σκηνοθεσία: Τάικα Γουαϊτίτι
Παίζουν: Ρόμαν Γκρίφιν Ντέιβις, Τομασίν ΜακΚένζι, Τάικα Γουαϊτίτι, Ρέμπελ Γούιλσον, Σκάρλετ Τζοχάνσον

Περίληψη: Στις κινηματογραφικές πρεμιέρες ένα μοναχικό αγόρι από τη Γερμανία βλέπει την ιδέα του για τον κόσμο να αντιστρέφεται, όταν ανακαλύπτει ότι η διαζευγμένη μητέρα του κρύβει μια μικρή Εβραία στη σοφίτα τους.
Με μοναδική βοήθεια τον χαζούλη φανταστικό του φίλο, Αδόλφο Χίτλερ, ο Τζότζο θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον τυφλό φανατισμό του.

Ο Τάικα Γουαϊτίτι υπογράφει μια ανάλαφρη σάτιρα κατά του ναζισμού , αποσπώντας το βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ του Τορόντο και έξι υποψηφιότητες για Όσκαρ (Καλύτερης Ταινίας, Β’ Γυναικείος ρόλος για τη Σκάρλετ Γιόχανσον, Διασκευασμένο Σενάριο για τον Τάικα Γουαϊτίτι, Μοντάζ Καλλιτεχνική Διεύθυνση και Κοστούμια).

Ένα μικρό αγόρι, ο Γερμανός Τζότζο, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει ενταχθεί στη χιτλερική νεολαία, πιστεύοντας στην ιδεολογία του ναζισμού σχεδόν με ιερό δέος. Έχει μάλιστα έναν φαντασιακό φίλο, που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον Χίλτερ- εδώ μια πολύ αδέξια και χαζούλικη εκδοχή του που συνεχώς τον συμβουλεύει. Όταν όμως ο μικρός θα βρεθεί σε μια κατασκήνωση του Γ΄ Ράιχ θα συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι ικανός ούτε ένα μικρό ζωάκι να σκοτώσει. Στη συνέχεια θα ανακαλύψει πως η μητέρα του, που αν και αντιστασιακή κρύβει επιμελώς την ταυτότητά της, προσφέρει καταφύγιο σε ένα μια μικρή Εβραία. Ο κόσμος του Τζότζο αναστατώνεται, όμως μετά από ένα τραγικό συμβάν, θα αρχίσει να καταλαβαίνει την πραγματική εκδοχή της Ιστορίας.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το θέμα του ναζισμού και η φρίκη του πολέμου αντιμετωπίζονται με βιτριολικό χιούμορ και σατιρική διάθεση- το έχει κάνει πρώτος ο Τσάρλι Τσάπλιν, για να ακολουθήσουν ο Ρομπέρτο Μπενίνι, ο Κουέντιν Ταραντίνο και ο Μπαζ Λούρμαν. Σε αυτήν ακριβώς τη λογική πατάει ο Γουαϊτίτι («Thor: Rangarok»), που όντας ο ίδιος Εβραίος και εμπνευσμένος από το βιβλίο «Caging Skies» της Κριστίν Λέουνενς, βλέπει το σκληρό πρόσωπο του φασισμού μέσα από τα μάτια ενός μικρού παιδιού.
Από τη μία ο μικρός Τζότζο με την αφέλειά του εκπροσωπεί μια ολόκληρη τάξη που αρνήθηκε να δει την πραγματικότητα, ή έστω παραπλανήθηκε, από την άλλη αντιμετωπίζοντας την πορεία του κεντρικού του ήρωα ως μια διαδρομή ενηλικίωσης που για τον Γουαϊτίτι ισοδυναμεί με την ικανότητα να διακρίνει κανείς τελικά τι είναι σωστό, ο Νεοζηλανδός δημιουργός φτιάχνει μια ανάλαφρη σάτιρα, που ναι μεν επαληθεύει την Ιστορία, πλην όμως δεν έρχεται να προσθέσει τίποτα περισσότερο στα όσα ήδη ξέρουμε.
Ο ίδιος μάλιστα ερμηνεύει τον Χίτλερ με στοιχεία από την κλοουνερί, αποφεύγοντας τις ανατροπές ή τα αιχμηρά πολιτικά σχόλια, επιμένοντας περισσότερο στην παιδικότητα του Τζότζο και σε μια εύκολη συγκίνηση προς το τέλος, που δεν αντιστοιχεί στο θέμα που έχει αποφασίσει να προσεγγίσει.

Cats

Cats
Σκηνοθεσία: Τομ Χούπερ, Παίζουν: Τζέιμς Κόρντεν, Τζούντι Ντεντς, Τζέισον Ντερούλο, Ίντρις Έλμπα, Τζένιφερ Χάντσον, Ίαν ΜακΚέλεν, Τέιλορ Σουίφτ, Ρέμπελ Γουίλσον και Φρανσέσκα Χέιγουορντ

Περίληψη: Όπως κάθε χρόνο την ίδια νύχτα, μια φυλή από γάτες θα περάσει μια μαγική νύχτα, στο τέλος της οποίας μια από αυτές θα επιλεγεί για κάτι που όλες ονειρεύονται: την ευκαιρία να ζήσει μια δεύτερη ζωή.

Ο βραβευμένος με Όσκαρ Τομ Χούπερ, («Ο Λόγος του Βασιλιά», «Οι Άθλιοι») μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το θεατρικό μιούζικαλ του Άντριου Λόιντ Γουέμπερ με ένα επιτελείο πρωτοκλασάτων ηθοποιών και τραγουδιστών, με αμφίβολα όμως αποτελέσματα.

Βασισμένος στο «Εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο-Πόσουμ» του Τ. Σ. Έλιοτ, ο Άντριου Λόιντ Γουέμπερ – συνέθεσε ένα από τα μακροβιότερα μιούζικαλ στην ιστορία West End και του Μπρόντγουεϊ, εστιάζοντας κυρίως στο συναίσθημα που αναβλύζει από τη μουσική, παρά στην ιστορία αυτή καθαυτή.
Οι Λι Χολ και Τομ Χούπερ, που συνυπογράφουν το σενάριο, παραβλέποντας τους βασικούς κανόνες της αφήγησης, δεν καταφέρνουν να βρουν έναν αφηγηματικό άξονα που θα προσδώσει κινηματογραφικότητα στο εγχείρημά τους, όπου τελικά ούτε η μουσική καταφέρνει να έχει τον αντίκτυπο μιας ζωντανής παράστασης.
Έτσι η διαδρομή της Βικτωρία- εδώ σε αντίθεση με το μιούζικαλ ο ρόλος έχει μεγαλώσει, χωρίς όμως να εξελίσσεται- στη γειτονιά των αιλουροειδών και στον παράξενο κόσμο τους παρουσιάζεται αποσπασματικά, χωρίς καλές συνδέσεις, περισσότερο ακολουθώντας τη λογική ενός βιντεοκλίπ παρά μιας μουσικής ταινίας. Tο επίπεδο παραγωγής , τα εφέ και οι χορογραφίες είναι πρόχειρα κι ο Χούπερ, που μάλιστα εμμέσως πλην σαφώς δήλωσε στην πρεμιέρα της ταινίας ότι δεν είχε τον απαιτούμενο χρόνο, φαίνεται πως τρέχει με άγχος να προλάβει το τελευταίο cut, χωρίς τελικά να μπορέσει να δημιουργήσει συνοχή.
Έτσι το αποτέλεσμα μοιάζει περισσότερο με μια παρέλαση από stars που κάνουν το δικό τους νούμερο, παρά ως μια δομημένη ιστορία. Τα αγαπημένα και πολύ δύσκολα τραγούδια του Άντριου Λοίντ Γουέμπερ άλλοτε ευτυχούν στις εκτελέσεις τους και άλλοτε πάλι θυσιάζονται στο βωμό ενός μεγάλου ονόματος που θα φέρει εισιτήρια, όχι όμως και την αναμενόμενη ευχαρίστηση στα αυτιά μας.
Πηγή: iefimerida.gr