ΚΟΣΜΟΣ

Οι δυο εαυτοί της Μελέκ Ιπέκ

Η γυναίκα της φωτογραφίας, όπως όλοι γνωρίζουμε πια, είναι η Τουρκάλα Μελέκ Ιπέκ που έγραψε με το αίμα και το δάκρυ της τη δική της μελανή ιστορία. Το πρόσωπο και η ζωή της διαδόθηκαν μέσω του Διαδικτύου και έφτασαν σε κάθε γωνιά της γης. Οι ακτιβιστικές οργανώσεις για τα δικαιώματα των γυναικών ανέλαβαν άμεσα δράση όταν μαθεύτηκε η αλήθεια της και ένωσαν τις φωνές τους για την προάσπιση του δίκιου της σε μια Τουρκία που σε παρόμοιες καταστάσεις η γυναίκα δεν δικαιώθηκε ως τώρα ποτέ.

ADVERTISING

Πρόσφατα πάλι μέσω του Διαδικτύου, που σε αυτές τις περιπτώσεις αποτελεί ευλογία, πληροφορηθήκαμε με ανακούφιση ότι η τραγική περιπέτειά της έληξε αισίως και ότι επιτέλους η Τουρκική Δικαιοσύνη αφυπνίστηκε και την αθώωσε για τη δολοφονία του επί δώδεκα συναπτά έτη κακοποιητικού συζύγου της. Κάνοντας δεκτό τον ισχυρισμό της ότι το όπλο απ’ το οποίο σκοτώθηκε ο σύζυγός της εκπυρσοκρότησε και ότι δεν επρόκειτο για εκ προμελέτης δολοφονία, την αθώωσε με βάση την έλλειψη πρόθεσης, τη θέση αυτοάμυνας και τον πρότερο έντιμο βίο της.

Και όλοι αισθανθήκαμε πανευτυχείς που η βαλιστική υπηρεσία των Τουρκικών Αστυνομικών Αρχών επιβεβαίωσε τα όσα ομολόγησε εκείνη για τον θάνατο του δράκου που επί χρόνια τη βασάνιζε και με έξι τουλάχιστον χρόνια προτεινόμενης ποινής φυλάκισης από τον εισαγγελέα να κρέμεται σαν δαμόκλειος σπάθη πάνω απ’ το ρημαγμένο της κεφάλι. Μάλιστα ο δικός της δράκος ήταν ασύγκριτα χειρότερος από εκείνους των παραμυθιών, αφού δεν αρκέστηκε να κάνει όπως οι άλλοι μια χαψιά το θύμα του αλλά εφάρμοζε πάνω του κάθε είδους νοσηρότητα, τρέφοντας την ψυχή του με τον φόβο της. Δεύτερη φύση της η καθημερινή αγωνία, ο πόνος, σωματικός και ψυχικός, ο αυτομηδενισμός και η παραίτηση από κάθε ανθρώπινο δικαίωμα καθώς την κατακρεουργούσε ξανά και ξανά μπροστά στις ανυπεράσπιστες ανήλικες κόρες τους. Ποιο παραμυθένιο, υποχθόνιο πλάσμα θα μπορούσε στ’ αλήθεια να τον συναγωνιστεί; Ποιος ειδεχθέστερος νους θα ήταν δυνατό να ικανοποιείται με μια τέτοια συνθήκη;

Κοιτάζω τη φωτογραφία της και βουλιάζω στα μάτια της. Όσο παράξενο κι αν φαντάζει διακρίνω δυο πρόσωπα και όχι ένα.

Απ’ τη μια αντικρίζω ένα κορίτσι. Ένα μωλωπισμένο, αγέλαστο κοριτσίστικο πρόσωπο πλημμυρισμένο φόβο και αηδία, με άφθονα σύρε κι έλα στην κόλαση. Νιώθει φόβο ακόμη και τώρα για το τέρας που την τραυμάτιζε ψυχή τε και σώματι δώδεκα χρόνια και συνάμα αηδία για τους συνεργούς του. Γιατί δεν ήταν μόνος του σ’ αυτά τα εγκλήματα αλλά είχε συνεργάτες μια ολόκληρη κοινωνία, τον σιωπηλό και ένοχο περίγυρο και το κράτος το ίδιο που υποταγμένο σε παρωχημένα στερεότυπα εθελοτυφλεί και μεροληπτεί υπέρ των βίαιων αρσενικών. Η Μελέκ την κόλαση δεν την έχει μόνο ακουστά. Την έχει κατοικήσει. Γνωρίζει κάθε σπιθαμή της. Γι’ αυτό και κοιτάζει με βλέμμα παγωμένο όσους της λένε πως γλίτωσε και ότι είναι τυχερή που είναι ακόμη ζωντανή.

Ζωντανή… Τυχερή… Όσο ζωντανός μπορεί να νιώθει ένας άνθρωπος που διέσχισε το πυρ το εξώτερον και καλείται στη συνέχεια να διαχειριστεί τους εφιάλτες, τα σημάδια και τις αναμνήσεις απ’ τις φωτιές. Όσο τυχερός μπορεί να είναι ο ακρωτηριασμένος στον πόλεμο που αναγκάζεται στην υπόλοιπη ζωή του να αναθυμάται τη στιγμή που έχασε ένα κομμάτι του εαυτού του.

Το βλέμμα της είναι σκοτεινό, βαθύ, αχανές, γεμάτο αβεβαιότητα αν είναι αλήθεια αυτό που ακούγεται ολόγυρά της, ποτισμένο δυσπιστία ως και για το νόημα των λέξεων. Ελευθερία… Γαλήνη… Δικαίωση… Αυθυπαρξία…

Μοιάζει διχασμένη και απόμακρη. Το μαρτύριο τέλειωσε, επιμένουν να της λένε οι δημοσιογράφοι, οι γυναίκες των φεμινιστικών οργανώσεων, οι άγνωστοι που τη συμπόνεσαν και τη συγχαίρουν. Πώς τέλειωσε όμως; Τελειώνουν τέτοια μαρτύρια απλώς και μόνο επειδή το θύμα γλίτωσε τη φυλάκιση και από δω και μπρος θα έχει την πολυτέλεια να κοιμάται μόνη της με τα δυο της παιδιά και να κοιτά τους ανθρώπους κατάματα δίχως εκείνη την ντροπή που την περόνιαζε επειδή κάποιος –ο άνθρωπός της υποτίθεται– ασκούσε πάνω της ανελέητη βία; Τι αλλόκοτος μηχανισμός μα την αλήθεια και τούτος! Να ντρέπεται το θύμα και όχι ο θύτης!

Το άλλο πρόσωπο, το πιο ξάστερο, με τα λιγότερα σημάδια απ’ τα ξεσπάσματα του εκλιπόντος, έχει άλλες καταγραφές. Είναι αγέλαστο και πάλι αλλά γεμάτο αντιφάσεις και ερωτήματα. Έχει την έκφραση της έμπειρης πια γυναίκας∙ της βασανισμένης αλλά συνάμα πανίσχυρης, της κατά συνθήκη φόνισσας αλλά και του πληγωμένου αγριμιού, που έμαθε άθελά του την αγαλλίαση που προσφέρουν το φονικό και η εκδίκηση∙ Μακάβρια και μάταιη, μα την αλήθεια, γνώση που της φανέρωσε όμως πόσο εύκολο είναι εντέλει να αποδείξεις πως έχεις δύναμη κι εσύ, και πως ψέμα ήταν ό,τι σου μάθαιναν τόσα χρόνια για υπακοή και υποταγή.

Τώρα ξέρει. Σιγά σιγά θα ατσαλωθεί. Το βλέμμα θα σκληρύνει κι άλλο. Ο ορίζοντας διευρύνθηκε. Το αίσθημα της ερημιάς της όμως συνεχίζει να υπάρχει σαν μαύρη τρύπα στο σύμπαν του νου της. Νιώθει ακόμη μόνη κι ας ευγνωμονεί τις φωνές που ενώθηκαν σε όλη τη γη μαζί της. Όπως ευγνωμονεί κι εκείνη την εσώτερη φωνή που αντιδρούσε στο βάσανο που υπέμενε, κόντρα στη μοίρα τάχα της γυναίκας.

Η Μελέκ Ιπέκ αγκαλιάζει τις δύο κόρες της, λίγο μετά την αποφυλάκισή της

Να θωρακιστεί. Αυτή είναι η μόνη έγνοια της τώρα. Να κουρνιάσει σε έναν καινούριο άτρωτο εαυτό για να αντέχει να συνυπάρχει με αυτούς που την αγνόησαν και την άφησαν αβοήθητη. Ανάμεσα στους παλιούς ένας καινούριος φόβος ξεφυτρώνει. Η Μελέκ ξέρει πως στις κοινωνίες σαν τη δική της υπάρχουν πέρα απ’ τους δράκους τους ορατούς και κάποιοι δράκοι αόρατοι που λέγονται προκαταλήψεις, στερεότυπα και άγραφοι νόμοι. Οι γυναίκες της γειτονιάς θα τη λένε φόνισσα πίσω απ’ την πλάτη της. Κάποιοι άντρες θα απαγορεύσουν στις συζύγους τους να την καλημερίζουν και στα παιδιά τους να πλησιάζουν τα δικά της. Και το σόι του άντρα της; Δεν θα γυρέψει εκδίκηση γι’ αυτό που τόλμησε αυτή να πράξει ηθελημένα ή αθέλητα; Πώς θα είναι άραγε η ζωή της από δω και στο εξής; Της αρκεί που επιτέλους δεν θα φοβάται τα βράδια; Της αρέσει που είναι ελεύθερη; Τι σημαίνει ελευθερία για μια γυναίκα εκεί που ζει;

Κάνω μια δεύτερη ανάγνωση στη λιγότερο μωλωπισμένη πλευρά του προσώπου της. Σαν να αρχίζει να δημιουργεί τον καινούριο, ανθεκτικότερο εαυτό της.

Ένα ένα τα βήματα, ψιθυρίζει η μορφή της. Πρέπει να κοιτάζει το ποτήρι μισογεμάτο. Δεν κατάφερε και κάτι ασήμαντο σε μια χώρα που εθελοτυφλούσε ως τώρα στο φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών. Το βλέμμα της έχει δύναμη. Είναι ζωντανή και τυχερή. Και ξέρει πως υπάρχει δικαιοσύνη. Ξέρει πως υπάρχει τρόπος οι γυναίκες να αντιστέκονται στους δράκους ορατούς και αόρατους. Σημασία έχει πως έμαθε τώρα πια να τους διακρίνει απ‘ τους ανθρώπους τους αληθινούς.

news247.gr