ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

Ο κύριος Τσιόδρας και ο επικοινωνιακός Αρμαγεδδών της πανδημίας

Χθες ο κύριος Σωτήρης Τσίοδρας μας αποχαιρέτισε, μας εξήγησε δηλαδή ότι δεν θα είναι πλέον μαζί μας για να μας ενημερώνει για την πορεία της πανδημίας στη χώρα μας. Εμφανίστηκε φανερά συγκινημένος και μας απήγγειλε και μερικές στροφές ενός ποιήματος, η πατρότητα του οποίου αμφισβητήθηκε από ορισμένους, δημιουργώντας ένα σούσουρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το οποίο, αν και ανάξιο λόγου, παρόλα αυτά άνοιξε μια κουβέντα ανάμεσα στους χρήστες του διαδικτύου σχετικά με την παρουσία και το ρόλο που διαδραμάτισε ο κύριος Τσιόδρας κατά τη διάρκεια αυτών των τριών μηνών που τον βλέπαμε σε καθημερινή βάση στις οθόνες μας.
Η πλειοψηφία των θετικών σχολίων, λοιπόν, για την παρουσία του κυρίου Τσιόδρα στη ζωή μας εστίασε στον μειλίχιο χαρακτήρα του, την ευαισθησία που έδειξε, ειδικά προς τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, καθώς και στην υπομονή που είχε να εξηγεί κάποια πράγματα και να λύνει απορίες και γενικά να μας καθησυχάζει σε μια εποχή έντονης φόρτισης και αβεβαιότητας, όπως ήταν αυτή της καραντίνας

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων που ουσιαστικά βλέπουν τον κύριο Τσίοδρα δίχως συναισθηματισμούς και δίχως να κρίνουν το χαρακτήρα και την πορεία του, αλλά περισσότερο τη θέση ευθύνης που κατείχε, τόσο ως επιστήμονας όσο και ως εκπρόσωπος μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης, με συγκεκριμένη στρατηγική και ιδεολογικό πρόσημα.
Υπό αυτό το πρίσμα, λοιπόν, ο κύριος Τσιόδρας δεν μπορεί να θεωρηθεί ο σωτήρας ενός ολόκληρου λαού, καθώς αποτελεί μέρος μιας πολυμελούς ομάδας ειδικών που εργάστηκαν και συναποφάσισαν πάνω σε θέματα υγείας κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Επίσης, ο ίδιος ο κύριος Τσιόδρας συχνά πυκνά κατά τη διάρκεια αυτών των 3 μηνών έδωσε τροφή για σχόλια με τις δηλώσεις και κινήσεις του, αρχής γενομένης με την απόφασή του να παραβρεθεί ως ψάλτης σε λειτουργία της εκκλησίας, την περίοδο, μάλιστα, που το κλείσιμο των ναών αποτελούσε μεγάλο αγκάθι τόσο για την κυβέρνηση όσο και για πολλούς πιστούς και επιστήμονες.

Πιο σημαντικά, όμως, ο ίδιος δεν πήρε ποτέ μια σαφή θέση πάνω στο θέμα της άρνησης της Ελληνικής Εκκλησίας να σταματήσει τις λειτουργίες και τη θεία κοινωνία εν μέσω πανδημίας. Κοινώς, δεν εξέφρασε μια καθαρά επιστημονική άποψη πάνω στο θέμα των εκκλησιών και της θείας κοινωνίας, ως όφειλε, φοβούμενος πιθανώς το επικοινωνιακό κόστος μιας τέτοιας τοποθέτησης, πράγμα που δεν συνάδει σε καμία περίπτωση με την επιστημονική του ιδιότητα.
Σφοδρή κριτική δέχτηκε, όμως, ο κύριος Τσιόδρας και για άλλα θέματα, τα οποία άπτονται της επιστημονικής του ιδιότητας και μόνον αυτής, όπως το θέμα των τεστ. Σε μια εποχή κατά την οποία ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προέτρεπε όλες τις χώρες να κάνουν ευρεία χρήση των τέστ, ώστε να εντοπιστεί ικανός αριθμός ατόμων που ήταν φορείς του ιού, ο κύριος Τσιόδρας επέλεξε μια άλλη οδό, πράγμα θεμιτό. Την επέλεξε, όμως, χωρίς να προβάλλει σαφείς και επιστημονικά τεκμηριωμένους λόγους ως προς το γιατί, και δίχως φυσικά να μας αποκαλύψει αυτό που στην πορεία όλοι αντιληφθήκαμε: ότι δηλαδή υπήρχε αντικειμενική δυσκολία και μεγάλο κόστος για την προμήθεια αυτών των τέστ και για αυτό και επιλέξαμε ως χώρα να μην τα κάνουμε σε ευρεία κλίμακα.
Παρόμοια ήταν και η επιστημονική στάση του κυρίου Τσιόδρα για τις μάσκες. Ειδικά εκεί η κριτική που δέχτηκε ήταν σφοδρότατη και όχι άδικα, καθώς αρχικά επέλεξε να πάει αντίθετα στις προτροπές για χρήση τους από τον ΠΟΥ, λέγοντας ότι δεν προσφέρουν ουσιαστική προστασία από τον ιό, πράγμα που αναγκάστηκε να ανασκευάσει όταν έγινε άρση των μέτρων, δημιουργώντας σύγχυση και αισθήματα αμφισβήτησης σε μεγάλο κομμάτι του κόσμου.
Σήμερα, η αμφισβήτηση σχετικά με το γιατί έγινε η καραντίνα, με το αν ήταν δηλαδή απολύτως αναγκαία και αν έπρεπε να μπούμε σε αυτή τη διαδικασία και να υποστούμε όχι μόνον την οικονομική καταστροφή που τώρα βιώνουμε, αλλά και τη στέρηση σημαντικότατων δημοκρατικών ελευθεριών μας, υπάρχει ευρέως ως συζήτηση εντός της ελληνικής κοινωνίας, και ας θέλουν ορισμένοι να την αγνοούν.

Δυστυχώς, ένα πολύ μεγάλο πλέον κομμάτι των συμπολιτών μας συμπεριφέρεται λες και ο ιός δεν υπάρχει και δεν υπήρξε και ποτέ, αρνούμενοι να τηρήσουν αποστάσεις και να χρησιμοποιήσουν μάσκες ή ακόμη και να εφαρμόσουν όλα όσα μάθαμε περί ατομικής υγιεινής ως μέτρο προστασίας μας από τον ιό, παρά τα ωραία λόγια και τα αισθήματα θριάμβου και περηφάνιας που συχνά πυκνά εκφράζονται από επίσημα χείλη για τη συλλογική μας προσπάθεια και συμμόρφωση στα μέτρα κατά τους μήνες της πανδημίας.
Οι αιτίες πίσω από αυτήν την αμφισβήτηση, η οποία επαναλαμβάνω, δεν αφορά μικρό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού και φάνηκε περίτρανα κατά την άρση των μέτρων -όπου όλοι ξεχύθηκαν δίχως δισταγμό σε δρόμους, ουρές, εκκλησίες και πλατείες, αγνοώντας επιδεικτικά τα μέτρα προστασίας και κοινωνικής αποστασιοποίησης- οφείλεται εν μέρει στην υπέρ-πληθώρα πληροφοριών –συχνά αντικρουόμενων- που λάβαμε και συνεχίζουμε να λαμβάνουμε για τον ιό, πράγμα που ευνόησε και τη δημιουργία θεωριών συνωμοσίας τόσο για τον ιό όσο και για την θεραπεία του.
Οφείλεται, όμως, εν μέρει και στη στάση που τήρησε η ίδια η ελληνική πολιτεία, η οποία, μέσω του κυρίου Τσιόδρα, έπεσε συχνά σε αντιφάσεις, στηρίχθηκε αρκετές φορές στο θυμικό μας και όχι σε απτές επιστημονικές εξηγήσεις και στοιχεία για να μας πείσει για την αναγκαιότητα και την αυστηρότητα των μέτρων που επιβλήθηκαν, με τρανό παράδειγμα αυτής της τακτικής τις συχνά συναισθηματικά φορτισμένες τοποθετήσεις του κυρίου Τσιόδρα όσο και τη σύγκριση της πορείας της πανδημίας στη χώρας με αυτή χωρών του εξωτερικού, οι οποίες, όμως, δεν μοιάζουν σε τίποτα με την Ελλάδα: ούτε σε πληθυσμό, ούτε σε κουλτούρα, ούτε σε υποδομές και σίγουρα ούτε σε εισροές ατόμων από άλλες χώρες, στοιχείο που όπως είδαμε ακόμη και στη χώρα μας είναι η νούμερο ένα αιτία διασποράς του ιού σε μια χώρα.
Επίσης, οφείλεται και στην παρουσίαση δυσνόητων αριθμητικών και στατιστικών μοντέλων για την υποστήριξη αυτών των μέτρων ενάντια στον ιό, όπως έκανε χθες ο κύριος Τσιόδρας, αναφέροντάς μας με μεγάλη ακρίβεια ποιος θα ήταν ο ακριβής αριθμός των νεκρών στη χώρα μας αν δεν είχαν ληφθεί τα μέτρα- μια κίνηση η οποία δημιούργησε αρκετά αρνητικά σχόλια από τον κόσμο, καθώς δεν έχουμε αρκετά στοιχεία ακόμη για το πόσοι τελικά νόσησαν από τον ιό, μια και τα τέστ που έγιναν ήταν και λίγα και στοχευμένα, ενώ τα τεστ αντισωμάτων δεν έχουν καν ξεκινήσει στη χώρα μας και δεν γνωρίζουμε μέχρι και σήμερα πόσοι μπορεί να είναι για την ώρα οι ασυμπτωματικοί φορείς.
Αλλά πέρα από αυτό, αυτή η δήλωση με τόση ακρίβεια του αριθμού των νεκρών που θα είχαμε στη χώρα θεωρήθηκε και ως μια προσπάθεια να αντιστραφεί το κλίμα αμφισβήτησης που, όπως εξήγησα, έχει ήδη αρχίσει και παίρνει διαστάσεις και στη χώρα μας, σχετικά με τη χρησιμότητα τελικά, αυτών των μέτρων και την εγκυρότητα των επιστημονικών στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν για να επιβληθούν. Εν ολίγοις, κανείς μας δεν αντιλήφθηκε επακριβώς γιατί οι νεκροί δίχως το lockdown θα ήταν τόσοι και όχι περισσότεροι ή λιγότεροι. Δεν είναι παράλογο, λοιπόν, ότι πολλοί από εμάς διακρίναμε σε μια τέτοια δημόσια δήλωση περισσότερο μια πολιτική παρά μια επιστημονική τοποθέτηση από πλευράς κυρίου Τσιόδρα. Τέτοιες τακτικές, όμως, δεν αρμόζουν σε επιστήμονες. Αυτή είναι δουλειά των πολιτικών και όχι των επιστημόνων.
Εξαιτίας λοιπόν όλων των παραπάνω, αλλά και της επιτακτικής, πλέον, ανάγκης να επανεκκινήσουμε την οικονομία μας, ο μέσος Έλληνας σήμερα έρχεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα: καλείται να επιστρέψει στην προ καραντίνας πραγματικότητα πριν η πανδημία να έχει φτάσει ουσιαστικά στο τέλος της, καθώς, τόσο ο Παγκόσμιος οργανισμός υγείας, όσο και το νούμερο των κρουσμάτων και θανάτων από τον ιό ανά τον κόσμο μας δείχνει ότι ο ιός είναι ακόμη εδώ, μαζί μας και δίπλα μας. Καλείται, λοιπόν, να εφαρμόσει μέτρα ατομικής προστασίας τα οποία, σύμφωνα με τους εγχώριους επιστήμονες είναι απόλυτα αποτελεσματικά ενάντια στη διασπορά του ιού, επιστρέφοντας παράλληλα σε όλες τις συνήθειες που είχε προ της καραντίνας και της εμφάνισης της πανδημίας.
Με άλλα λόγια, τα μαγαζιά άνοιξαν, τα σχολεία όλων των βαθμίδων πλέον τίθενται σε λειτουργία, οι εκκλησίες λειτουργούν κανονικά, ο τουρισμός και η εισροή ατόμων από άλλες χώρες ετοιμάζεται να ξεκινήσει με κάθε επισημότητα, ο κόσμος σουλατσάρει σε πλατείες, χώρους εστίασης, μαγαζιά, νοσοκομεία, μέσα μαζικής μεταφοράς και οι ειδικοί μας λένε ότι, εφόσον εφαρμόζουμε τα μέτρα ατομικής προστασίας, δεν κινδυνεύουμε από τον ιό. Εύλογα, λοιπόν, κάποιοι ανάμεσα μας αναρωτιούνται: «Εφόσον αυτά τα μέτρα είναι τόσο αποτελεσματικά, γιατί δεν τα εφαρμόζαμε εξαρχής και μπήκαμε σε καραντίνα;». Κοινώς, ποιος ο λόγος να μπούμε σε όλο αυτό, τη στιγμή που υπάρχει άλλος και εξίσου αποτελεσματικός τρόπος προστασίας;

Μια πιθανή απάντηση στο εύλογο αυτό ερώτημα τη λάβαμε προχθές από τα χείλη του ίδιου του Πρωθυπουργού, όταν στη συνέντευξη που παραχώρησε στην κα. Ζαχαρέα, μας είπε, με λίγα λόγια, ότι δεν ήμασταν ακόμη έτοιμοι και εκπαιδευμένοι αρκετά ώστε να κατανοήσουμε αυτά τα μέτρα προστασίας που έπρεπε να εφαρμόσουμε και τόσο το σύστημα όσο και ο ίδιος ο λαός χρειάζονταν χρόνο για να προετοιμαστούν, χρόνο τον οποίο κερδίσαμε μπαίνοντας σε γενικό lockdown. Αυτή είναι όντως μια λογική εξήγηση και νομίζω ότι μπορούμε όλοι να την κατανοήσουμε, καθώς είδαμε ότι και πολλές άλλες χώρες, πιο οργανωμένες από εμάς, αναγκάστηκαν να κάνουν το ίδιο, ως μόνο τρόπο αναχαίτισης του κύματος της διασποράς του ιού.
Αυτό που δεν καταλαβαίνω, όμως, σε καμιά περίπτωση, είναι γιατί αυτό πρέπει να θεωρείται επιτυχία. Σίγουρα επιτυχία θα ήταν να έχουμε αντιληφθεί έγκαιρα, πιο έγκαιρα από την πλειοψηφία των άλλων χωρών, τον κίνδυνο που πλησιάζει και να έχουμε κάνει όλες τις απαραίτητες ενέργειες για να τον αντιμετωπίσουμε δίχως αυστηρά lockdown και πάγωμα όλης της οικονομίας. Αυτό σίγουρα θα ήταν παγκόσμια επιτυχία, δεδομένου ότι η κατάσταση έχει ξεκινήσει από το Δεκέμβριο και μέχρι και το Φλεβάρη ο κίνδυνος πια ήταν διάχυτος και πολύ αληθινός για όλη την Ευρώπη.
Με άλλα λόγια, η αδυναμία όλων των επιστημόνων να αντιληφθούν τη κρισιμότητα της κατάστασης και να συμβουλέψουν ανάλογα τις ηγεσίες των χωρών, η αδυναμία τους να απευθυνθούν στα κατάλληλα κέντρα και άτομα και από κοινού να αξιολογήσουν άμεσα τον κίνδυνο και να θωρακίσουν τις κοινωνίες όσο καλύτερα μπορούν –δεδομένου ότι αυτή δεν είναι η πρώτη πανδημία που βιώνει η ανθρωπότητα- δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί επιτυχία, ούτε των επιστημονικών φορέων των χωρών, αλλά σίγουρα ούτε και των πολιτικών ηγεσιών.
Κλείνοντας είναι, πιστεύω, επιτακτική ανάγκη να τονίσουμε και τα παρακάτω: μιλάμε για πάνω από 170 νεκρούς στη χώρα μας από τον κορονοϊο. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν συγγενείς κάποιων συνανθρώπων μας. Ήταν μπαμπάδες, μανάδες, θείες και αδέρφια κάποιων ανθρώπων που το τελευταίο τρίμηνο βίωσαν σημαντικές απώλειες, δίχως να έχουν τη στοιχειώδη δυνατότητα να είναι δίπλα τους και να τους αποχαιρετίσουν καθώς έφευγαν από τη ζωή. Το να αντιμετωπίζονται αυτοί οι άνθρωποι και οι οικογένειες τους ως απλά στατιστικά νούμερα από κάποιους ή ως επιτυχία, συγχωρήστε με, αλλά προσωπικά πάντα το θεωρούσα σκληρό και άκρως άκομψο, για να μην πω κάτι χειρότερο. Για εμένα προσωπικά, απ τη στιγμή που έχουμε νεκρούς, δεν υπάρχει καμιά επιτυχία. Ναι, έχουμε λιγότερους νεκρούς από την Ισπανία και την Ιταλία και τη Γερμανία, δεν αντιλέγω. Παρόλα αυτά, το να αναφερόμαστε σε αυτούς τους θανάτους δημόσια ως επιτυχία, ως «πάλι καλά, φθηνά τη γλυτώσαμε» δείχνει ότι κάτι δεν πάει καθόλου καλά στο δημόσιο διάλογο, αλλά και την επικοινωνιακή πολιτική της ηγεσίας της χώρας μας.

Καραγιάννη Μαρία