ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

Ο Λιγνάδης, το Αρσάκειο και η δαιμονοποίηση της εφηβείας

Οι υποθέσεις σεξουαλικής και ψυχολογικής κακοποίησης που βλέπουν καθημερινά το φως της δημοσιότητας και η αναζωπύρωση του κινήματος του ελληνικού #metoo έχουν δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα σοκ, έκπληξης και οργής σε μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας, πυροδοτώντας μια θάλασσα -κυριολεκτικά- από σχόλια στα social media, αλλά και στο δημόσιο διάλογο, με τη πλειοψηφία αυτών να διάκειται θετικά προς τα θύματα και να επιζητά την παραδειγματική τιμωρία των θυτών.

Είναι, μάλιστα, τέτοιο το αίσθημα οργής και αποτροπιασμού για τα όσα ακούγονται και γράφονται σε επίπεδο καταγγελιών πια, που ούτε τα παλιά, παραδοσιακά μέσα χειραγώγησης της κοινής γνώμης (τηλεοπτικές συνεντεύξεις, εγκωμιαστικά πορτρέτα των θυτών κτλ) δεν είναι αρκετά για να διασκευάσουν τις αρχικές εντυπώσεις και να σπείρουν αμφιβολίες σχετικά με τα όσα καταγγέλλονται.

Παρόλα αυτά, το μιντιακό σύστημα -αν και έχει υποστεί ήδη αρκετές ήττες σε αυτή του την προσπάθεια (δείτε εδώ και εδώ χαρακτηριστικά)- συνεχίζει να προσπαθεί να επηρεάσει την κοινή γνώμη υπέρ ελάχιστων -ευτυχώς- θυτών, για λόγους, όμως, που ξεπερνάνε την ανάγκη για ίση και δίκαια μεταχείριση των κατηγορουμένων για ειδεχθείς πράξεις (που είναι θεμιτή στη δημοκρατία). Το τραγικό, όμως, είναι ότι μέσα από αυτή την προσπάθεια επηρεασμού της κοινής γνώμης υπέρ των θυτών, ένα κομμάτι του απλού κόσμου έχει οδηγηθεί στην επίρριψη ευθυνών στα θύματα και κατ’ επέκταση στη δαιμονοποίηση της εφηβείας.

Η εφηβεία είναι μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους ανάπτυξης ενός ατόμου. Είναι η περίοδος μεταξύ της παιδικότητας και της ενηλικίωσης, το χρονικό διάστημα εκείνο που το άτομο αντιλαμβάνεται την έμφυλη ταυτότητά του, ανακαλύπτει τη σεξουαλικότητά του και επιχειρεί να επιλέξει τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, βασιζόμενο στις σχέσεις που αναπτύσσει με συνομήλικους του, αλλά και τους ενήλικες, εκτός του στενού οικογενειακού του κύκλου. Όπως είναι λογικό, ο/η έφηβος/η βγαίνει εκτός του προστατευτικού περιβάλλοντος της οικογενείας του, τεστάρει τα όρια των γύρω του και ανατροφοδοτείται μέσα από τις αντιδράσεις που προκαλούν η συμπεριφορά και οι πράξεις του. Διατρέχει, συνεπώς, έναν πολύ αληθινό κίνδυνο να πληγωθεί από λόγια και συναναστροφές και να παρασυρθεί σε πράξεις και συμπεριφορές που ο ενήλικος εαυτός του δεν θα επέλεγε ή θα επικροτούσε ποτέ.

Με λίγα λόγια, όλοι, ως έφηβοι, έχουμε κάνει και πει πράγματα για τα οποία -πλέον, ως ενήλικοι- μετανιώνουμε. Και ενώ -μεταξύ μας- είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, όλοι έχουμε περάσει από αυτή την ηλικία και ξέρουμε καλά τις δυσκολίες και τις παγίδες της, παρόλα αυτά, επιλέγουμε να κατακρίνουμε τον παρορμητισμό, την ανάγκη για αποδοχή και την ευαλωτότητα των εφήβων, ειδικά όταν ομολογούν ότι υπήρξαν θύματα ψυχολογικής ή και σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης. Τους κατακρίνουμε και τους αμφισβητούμε για τις πράξεις και τις παραλείψεις τους, πιστεύοντας -βλακωδώς- ότι εμείς θα είχαμε αντιδράσει καλύτερα σε μια τόσο μπερδεμένη και άγουρη ηλικία!

Πάμε, όμως, να δούμε πιο προσεκτικά τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δύο είναι τα μεγάλα σκάνδαλα των τελευταίων μηνών που μονοπωλούν -ακόμη και σήμερα- την ελληνική επικαιρότητα: οι καταγγελίες για το Αρσάκειο και οι καταγγελίες εναντίον του Δημήτρη Λιγνάδη. Και οι δύο περιπτώσεις αφορούν σε εφήβους. Και οι δύο περιπτώσεις, όμως, αφορούν και σε ανάρμοστες συμπεριφορές ενηλίκων που βρίσκονταν σε θέση εξουσίας (είτε αυτή του δασκάλου είτε αυτή του πασίγνωστου ηθοποιού-σκηνοθέτη).

Πολλοί κατέκριναν και συνεχίζουν να κατακρίνουν τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του πρώτου καταγγέλλοντα στην υπόθεση Λιγνάδη, του Νίκου Σ. «Πού ήταν οι γονείς του;», αναρωτήθηκε έγκριτη δημοσιογράφος μεγάλου καναλιού. «Γιατί δεν έφυγε τρέχοντας όταν είδε ότι ο Λιγνάδης προσπάθησε να τον αποπλανήσει;», αναρωτήθηκε πρόσφατα σε τοποθέτησή του γνωστός ψυχολόγος. «Είχαν σχέση μαζί του, ήταν επαγγελματίες», «Χαμογελούν στις φωτογραφίες, δεν ήταν βιασμός», λέει ο απλός κόσμος, αναπαράγοντας άκριτα την υπερασπιστική γραμμή του συνηγόρου του κ. Λιγνάδη, όπως την ακούσαμε στα κανάλια σε επανάληψη. «Αφού ένιωσαν τόσο άσχημα, γιατί δεν πήγαν στην αστυνομία, γιατί δεν μίλησαν νωρίτερα;», αναρωτήθηκαν με ιδιαίτερη θέρμη αρχικά σχεδόν όλοι. Όλα εύλογα ερωτήματα, τα οποία, όμως, αποκαλύπτουν την άγνοια που έχουμε (είτε αθώα είτε σκόπιμη) πάνω σε θέματα όπως η εφηβική ψυχολογία και οι τακτικές προσέγγισης και πειθούς που χρησιμοποιούν οι παραβάτες.

Στην ανάγκη μας να δικαιολογήσουμε κάτι τόσο μιαρό και έξω από τα -ομολογουμένως- συντηρητικά αντανακλαστικά μας, μας διαφεύγουν σημαντικότατες πτυχές αυτών των ιστοριών, πτυχές που κάνουν την διαφορά και εξηγούν σε μεγάλο βαθμό την ψυχική κατάσταση και τις αντιδράσεις αυτών των εφήβων στις δεδομένες στιγμές.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση του Νίκου Σ., ενός άβγαλτου νεαρού από την επαρχία, του οποίου το όνειρο ήταν να γίνει ηθοποιός, τα πράγματα ήταν ξεκάθαρα: ο Λιγνάδης ήταν μια επιλογή του οικογενειακού του περιβάλλοντος (γνωστός της θείας του), το οποίο ο έφηβος εμπιστευόταν. Στο σπίτι του ηθοποιού-σκηνοθέτη πήγε εν γνώσει και όχι εν αγνοία των δικών του ανθρώπων και δεν αμφισβήτησε το ακατάλληλο της ώρας, γιατί γνώριζε ότι είχε να κάνει με έναν διάσημο και πολυάσχολο άνθρωπο. Ο θαυμασμός και η εμπιστοσύνη που αισθάνονταν για αυτόν τον ενήλικα, η ελπίδα ότι ξέρει το αντικείμενο και έχει την εμπειρία και τη θέληση να τον βοηθήσει, σε συνδυασμό με την απειρία του σε θέματα σεξουαλικής φύσης, αλλά και των κινδύνων που ελλοχεύουν, γενικότερα, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό πώς ένας νέος άνθρωπος μπορεί να πέσει έτσι εύκολα σε μια τόσο καλοστημένη παγίδα, είτε μας βολεύει είτε όχι να το παραδεχτούμε.

Στην περίπτωση των άλλων δύο, φερόμενων ως, θυμάτων του, η κατάσταση ήταν ακόμη πιο περίπλοκη, καθώς οι έφηβοί αυτοί ήταν αλλοδαποί, δίχως την απαραίτητη γονική, κρατική και οικονομική ασφάλεια, η οποία παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη και προστασία ενός εφήβου. Νέοι άντρες με έντονη την ανάγκη εξεύρεσης ενός υποστηρικτικού δικτύου, που θα τους πρόσφερε ασφάλεια, αποδοχή και πιθανώς και ένα μέλλον καλύτερο από το παρόν τους. Με απλά λόγια, ευάλωτοι νέοι, εύκολα εκμεταλλεύσιμοι από πλούσιους και ισχυρούς ενήλικες.

Ο Βασίλης στην εξομολόγησή του κάνει λόγο για έρωτα και φόβο προς τον βιαστή του. Περίπου παρόμοια είναι και η εξομολόγηση του νεαρού Αιγύπτιου, ο οποίος επαναλαμβάνει συνεχώς ότι ο κατηγορούμενος τον αποκαλούσε «το παιδί του». Έφηβοι με όνειρα και διάθεση να βρουν τον εαυτό τους, να χτίσουν μια ταυτότητα και ένα μέλλον, να γίνουν αποδεκτοί και να αισθανθούν ασφάλεια, όλα πολύ κοινά χαρακτηριστικά της εφηβικής ηλικίας. Νέα παιδιά που αισθάνθηκαν -στιγμιαία- σημαντικά, αξιαγάπητα, προστατευμένα, γιατί αυτές είναι πάντα οι τακτικές των ενηλίκων που προσεγγίζουν παιδιά και εφήβους, ώστε να τα πείσουν ότι αυτό που τους ζητούν να κάνουν δεν είναι κακό. Οι άνθρωποι αυτοί ποντάρουν στην αφέλεια και την απειρία των νεαρών ατόμων, καθότι οι τακτικές και τα επιχειρήματα τους δεν θα έπιαναν εύκολα σε έναν έμπειρο ενήλικα.

Αυτοί οι νεαροί, όμως, άντρες, επέλεξαν να δημοσιοποιήσουν τις ιστορίες τους, τα εφηβικά τους λάθη -αν θέλετε- όχι για να τους κατακρίνουμε και να τους αμφισβητήσουμε, αλλά για να ξεδιπλωθεί μπροστά στα μάτια μας αυτό που όλοι -ως γονείς, πλέον- φοβόμαστε: τις τόσο καλοστημένες και απόλυτα στοχευμένες τακτικές που χρησιμοποιούν άτομα σε υψηλές θέσεις για να προσελκύσουν, να αποπλανήσουν και να εκμεταλλευτούν σεξουαλικά νεαρά άτομα, τόσο αγόρια όσο και κορίτσια.

Στο μυαλό μας, ο βιασμός είναι κάτι επιθετικό, κάτι απόλυτα βίαιο που δημιουργεί συναισθήματα τρόμου και φυγής στο θύμα. Στο μυαλό μας, ο βιασμός περιλαμβάνει σωματική βία, μώλωπες και μαυρισμένα μάτια και πλευρά. Επιλέγουμε, προφανώς, να αγνοήσουμε, ότι -και νομικά- βιασμός είναι οποιαδήποτε πράξη δεν έχει αμοιβαία συναίνεση και μπορεί να συμβεί ακόμη και σε ένα ραντεβού μεταξύ ενηλίκων ή ακόμη και μέσα στο γάμο, όπου η επιλογή του σεξουαλικού μας συντρόφου είναι πλέον συνειδητή και επικυρωμένη και νομικά. Ο βιασμός, λοιπόν, δεν συντελείται μόνον μεταξύ αγνώστων, το αντίθετο θα έλεγα: συντελείται κατά κανόνα από άτομα τα οποία γνωρίζουμε.

Οι δε μαρτυρίες που ακόμη και σήμερα βλέπουν το φως της δημοσιότητας για το Αρσάκειο είναι άκρως σοκαριστικές, καθώς αφορούν σε επανειλημμένες τακτικές εκφοβισμού από πλευράς καθηγητών προς τους μαθητές του σχολείου, σε μια καθοριστική φάση για το σχηματισμό του χαρακτήρα, αλλά και της έμφυλης και σεξουαλικής ταυτότητας των παιδιών αυτών. Δημόσιος εξευτελισμός για την αμφίεσή τους, δημόσιος εξευτελισμός και τιμωρίες για την ελλιπή (με τα δικά τους κριτήρια, πάντα) προετοιμασία τους στο μάθημα, προσβολή της προσωπικότητάς τους και φυσικά σεξουαλική παρενόχληση δίχως κανένα (!) φόβο αποκάλυψης ή τιμωρίας από την πλευρά των καθηγητών που την εξασκούσαν συστηματικά. Κοινώς, ένα κολαστήριο που θυμίζει άλλες εποχές και καταστάσεις; Σκηνές μιας ζωής που -μέχρι πρότινος- βλέπαμε μόνον σε ταινίες για τα καθολικά σχολεία-ορφανοτροφεία άλλων χωρών.

Δύσκολο να καταπιούμε ότι αυτά συνέβησαν κάτω από την μύτη μας, στα ίδια τα παιδιά μας. Δύσκολο πολύ να χωνέψουμε ότι από αυτή τη λαίλαπα της ασυδοσίας δεν γλύτωσαν ούτε τα παιδιά των πλούσιων οικογενειών, που τόσο καμιά φορά λοιδορούμε. Το πιο δύσκολο, δε, απ’ όλα είναι να αποδεχτούμε ότι στην υπέροχη χώρα μας, που βάζει κάτω όλες τις βάρβαρες κουλτούρες των άλλων χωρών; που επικρατεί η αγάπη και η θαλπωρή της οικογένειας, η οποία θυσιάζεται για τα παιδιά της και τα θεωρεί ιερά; που επικρατούν οι διδαχές της αλάθητης ορθόδοξης θρησκείας μας, κυκλοφορούν σε θέσεις εξουσίας άνθρωποι σαν τον κ. Λιγνάδη (σύμφωνα πάντα με τα όσα αναφέρουν ανακρίτρια και εισαγγελέας) ή τους καθηγητές που καταγγέλλουν οι απόφοιτοι του Αρσάκειου ή ακόμη και τηλεοπτικοί αστέρες, που τόσο θαυμάζουμε, οι οποίοι για χρόνια τώρα κακοποιούσαν ποικιλοτρόπως τα παιδιά μας. Εξίσου δύσκολο να παραδεχτούμε ότι και εμείς -ως γονείς και ως κοινωνία, γενικότερα- δεν κάναμε όσα οφείλαμε για να τα προστατεύσουμε.

Συνεπώς, ας τα ρίξουμε όλα στους εφήβους-θύματα και στη νοσηρή φαντασία και την κατάπτυστη αδυναμία τους, ώστε να επιστρέψουμε όσο το δυνατόν γρηγορότερα στη «κανονικότητα» μας. Σωστά;

Μαρία Καραγιάννη