ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Μαραντόνα, ο Σφακιανάκης και οι Κήνσορες της ηθικολογίας

Το πρόβλημα δεν είναι η τοξικοεξάρτηση. Το πρόβλημα είναι το πιστόλι της υποκρισίας και της λούμπεν, δήθεν περιθωριακής, αντισυστημικότητας.

Υπάρχει μια λεπτή κόκκινη γραμμή ανάμεσα στην κακόβουλη κριτική και τη σάτιρα. Η ίδια γραμμή διαχωρίζει τη διασημότητα από τον άσημο μεσοαστό. Η μεσοαστική περιδίνησή μας γύρω από τη φθαρτή μας ύπαρξη, μας φέρνει όλους μπροστά στα ίδια δεδομένα. Κοινώς, ο καθένας προσπαθεί με τον δικό του τρόπο να αντέξει το αναπόφευκτο άχθος της ζωής.

Στη μια πλευρά του νομίσματος τυπώνονται οι φαινομενικά αναμάρτητοι. Ή αν θέλετε, οι επαΐοντες της ηθικολογίας.

Στην άλλη πλευρά του ίδιου νομίσματος τυπώνονται οι κανονικοί άνθρωποι. Οι αμαρτωλοί, οι ζώντες με τα προβλήματά τους. Σε αυτή την πλευρά, έχουμε μια επιπλέον διάκριση, ανάμεσα σε εκείνους που κοιτάζουν τις αδυναμίες τους στον καθρέφτη της ψυχής και σε εκείνους που γνωρίζουν τις αδυναμίες τους μα κάνουν πως δεν τις βλέπουν.

Ξέρετε ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο όψεις; Ότι η πρώτη όψη, είναι η τοξική. Σε αυτή συγκαταλέγονται οι ινστρούχτορες του καθωσπρεπισμού, οι καθηγητές της ανωτάτης νοικοκυροσύνης, οι μεγαλομανείς εξουσιομανείς και οι ταπεινοί σφουγγοκωλάριοι της εξουσίας, αυτοί που προσπαθούν μέσα στον αέναο κύκλο της διαφθοράς να καρπωθούν λίγα σκόρπια οφέλη, για το εγωπαθές ανάστημά τους.

Είθισται, η δεύτερη κατηγορία να είναι και η αδικημένη, η παρεξηγημένη, ή η λιγότερο προβεβλημένη ως παράδειγμα ζωής και διαχείρισής της.

Το κοινωνικό συμβόλαιο της μετανεωτερικής εποχής επιβάλλει και τις δικές του νόρμες. Ο ευυπόληπτος πολίτης πρέπει να είναι “καθαρός” και μετρημένος, παράδειγμα προβολής στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, απολυμασμένος εντός εκτός και επί τα αυτά, σχεδόν ιλουστρασιόν. Η κανονικότητα θέλει χάρτινους ήρωες, εύπεπτες περσόνες, φλατ ομιλούντες κεφαλές. Θέλει και εκείνους που δήθεν διαρρηγνύουν την “κορεκτίλα” του καιρού, ως αντισυστημικοί ήρωες με μπέρτα, που κάτω από την μπέρτα τους υπηρετούν το ίδιο σύστημα ως τα καλύτερα πιόνια του.

Για την ηθικολαγνία της εποχής, δε χωράνε αποκλίσεις από το “πρέπον”, μιας και το “πρέπον” διολισθαίνει ολοένα και περισσότερο προς τη συντήρηση. Οι δυνάμεις της προόδου και του ανθρωπισμού θεωρούνται σταδιακά αντισυμβατικές, μιας και ο στυγνός τεχνοκρατισμός δεν αντέχει τις υπερβολικές παροχές, εκτός αν μιλάμε για μια αστάθμητη, απρόβλεπτη, πανδημία.

Μέσα σε αυτή την υποκριτική ηθικολογία, έρχονται τσαλακωμένοι celebrities να μας θυμίσουν την οικουμενικότητά μας απέναντι στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού μας. Και η αρένα είναι έτοιμη να χορτάσει με αίμα.

Σε μια κοινωνία που θέλει να λέγεται προοδευτική, δε χωράει διακωμώδηση της τοξικοεξάρτησης για κανέναν ανεξαιρέτως. Σε μια δυτική κοινωνία που διατείνεται όμως πως είναι και ανθρωπιστική, δε χωράει και αποσιώπηση της κριτικής για κάθε ρητορική μίσους που εκφράζεται σε δημόσιο λόγο.

Δυστυχώς, το σύστημα έχει χαρίσει τον φαινομενικό αντιστυστημικό λόγο στα καλύτερά του πιόνια, ακριβώς για να ταυτίσει την αντιδραστική ρητορική με μια διασυνδεόμενη “επαναστατικότητα” η οποία εκφράζεται πρωτίστως από λούμπεν και αντιδημοκρατικά στοιχεία. Η θεωρία των ίσων αποστάσεων έρχεται να επικαλύψει τις πραγματικές ριζοσπαστικές φωνές που δεν τυγχάνουν ουσιαστικής εκπροσώπησης και προβολής στα κραταιά Μέσα. Όλα μπολιάζονται στο ίδιο βαρέλι, ψεκασμένοι, συνωμοσιολόγοι, αντιδραστικοί, αμφισβητίες συνείδησης, προβληματισμένοι ψηφοφόροι, και το τελικό εκχύλισμα είναι απόλυτα εξουσιογενές.

Τις τελευταίες ημέρες βρεθήκαμε μπροστά σε δύο ειδήσεις. Τον θάνατο του Μαραντόνα και τη σύλληψη του Σφακιανάκη. Για την περίπτωση του Ντιέγκο γράφτηκαν πολλά και από κάποιους ασκήθηκε κριτική για τη ζωή του. Το “παράδοξο” είναι πως πολλοί από εκείνους που άσκησαν κριτική για τη ζωή του Αργεντίνου, είναι οι ίδιοι που έβρισκαν κάποτε συμπαθητικά τα όσα έλεγε ο Σφακιανάκης περί μεταναστών και Χρυσής Αυγής. Είναι οι ίδιοι που ακόμη βλέπουν τον Ζακ Κωστόπουλο σαν ένα “κλεφτρόνι της σειράς” και τον Αλέξη Γρηγορόπουλο σαν ένα 15χρονο που κακώς βρέθηκε στα Εξάρχεια, 12 χρόνια πριν. Είναι οι ίδιοι που κάνουν πως δεν βλέπουν την κακοποίηση των γυναικών στη διπλανή τους πόρτα, είναι οι ίδιοι που ίσως βρήκαν και κάπως “αστεία”, “χοντροκομμένη” αλλά και “ατυχή”, την προτροπή προς βιασμό από τον πρώην παίκτη του Big Brother.

Οι χαρακτήρες διαπλέκονται μαεστρικά, ακριβώς επειδή διέπονται από παρόμοια μαγιά. Οι κήνσορες της αρμόζουσας συμπεριφοράς στήνουν φράχτες για να κλείσουν τον δρόμο προς όλους τους “ελαττωματικούς”, παραβλέποντας τα δικά τους πεπραγμένα. Η ιστορία πάντοτε έτσι προχωρούσε. Από τους κήρυκες των Ιερών Δογμάτων μέχρι τους υπουργικούς θώκους. Από τα παράθυρα των τηλεοράσεων, μέχρι τις κερκίδες.

Για να μην παρεξηγούμαστε, ο Ντιέγκο δεν ήταν Άγιος. Δεν ήταν Θεός και σίγουρα, δεν ήταν αναμάρτητος. Η ειδοποιός διαφορά όμως είναι πως ουδέποτε έκρυψε τις αδυναμίες του. Αντιθέτως παραδόθηκε σε αυτές, υπέρ του δέοντος, καταστρέφοντας το είναι του.

Αυτή η διάτρητη υφή του, είναι που τον έκανε συμπαθή για εκατομμύρια άλλους. Άλλοι βρήκαν να προβάλλουν δικές τους αδυναμίες πάνω του, άλλοι ζήλεψαν τη δόξα και την τιμή ενός Λαϊκού Ήρωα που στήθηκε ως σημείο αναφοράς με τα δικά του πόδια, άλλοι βρήκαν γοητευτική την διαρκή του ροπή προς την αυτοκαταστροφή. Σίγουρα όμως, τον αγάπησαν όσοι αγαπούν τους “παράξενους” και τους “εκκεντρικούς” του πλανήτη. Ή αλλιώς, όσοι αγαπούν τη δική τους σκοτεινιά, αυτή που κρύβουν βαθιά, ή όχι τόσο βαθιά, μέσα τους.

Εν κατακλείδι, για τις δύο περσόνες του τίτλου αυτού του άρθρου δε χωράει καμία σύγκριση. Το μόνο κοινό που έχουν είναι πως μας έφεραν αντιμέτωπους με τα δικά μας ζητήματα. Ο διάβολος και ο Θεός, είναι συνώνυμα της ανθρώπινης φύσης. Ο καθένας επιλέγει τον δικό του δρόμο και το μόνο μέτρο κριτικής, θα πρέπει να είναι το καλό ή το κακό που προξενεί στον γύρο του κόσμο. Τίποτα άλλο. Όλα τα λοιπά, εμπίπτουν στην ευκολία της – εκ του καναπέος – κενολογίας προς κάθαρση των εξ ημών αμαρτημάτων. Και αν μη τι άλλο, το τελευταίο που χρειαζόμαστε τούτη την εποχή, είναι τους δικαστές της ευκολίας.

Χρήστος Δεμέτης