ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

Ο Covid-19 δείχνει τα δόντια του: «Έξοδος» από την εργασία για 180.000 άτομα από τον Μάρτιο έως τον Ιούνιο 2020

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία της Ετήσιας Έκθεσης του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία και την απασχόληση για το 2020.

Σύμφωνα με την έκθεση, μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου η έξοδος από το εργατικό δυναμικό κυμάνθηκε μεταξύ 100 και 180 χιλιάδων ατόμων σε σχέση με τους αντίστοιχους μήνες του 2019. Το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών αφορά εργαζομένους που βρίσκονται σε αναστολή εργασίας για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών και λαμβάνουν εισόδημα λιγότερο από το 50% του μισθού τους.

Επιπρόσθετα, το β’ τρίμηνο του 2020 ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε περίπου 10% σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2019. Στο ίδιο διάστημα το ποσοστό των απασχολουμένων που λάμβανε από 0 έως 200 ευρώ αυξήθηκε 11%.Το ποσοστό των ατόμων που λάμβανε από 400 έως 600 ευρώ μειώθηκε από 16,3% σε 12,3%, ενώ το β’ τρίμηνο του 2020 το 72,9% των απασχολουμένων είχε αποδοχές λιγότερες των 1.000 ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί πως το 31% των απασχολουμένων το β’ τρίμηνο του 2020 έλαβαν αποδοχές μικρότερες του κατώτατου μισθού, το ύψος του οποίου βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας και απέχει σημαντικά από το ύψος ενός μισθού αξιοπρεπούς διαβίωσης.

Το μέγεθος του σοκ απασχόλησης που προκάλεσε η πανδημία αποτυπώνεται και στον δείκτη των συνολικών ωρών απασχόλησης σε βασικές θέσεις εργασίας, ο όποιος στη χώρα μας διαμορφώθηκε το β’ τρίμηνο του 2020 στις 62 μονάδες, έναντι 85,1 μονάδων το δ’ τρίμηνο του 2019.

Η βαθιά ύφεση που καταγράφει η ελληνική οικονομία τους τελευταίους μήνες αποτυπώνεται στην συρρίκνωση κατά 15,2% του ΑΕΠ το β’ τρίμηνο του 2020. Τη μεγαλύτερη μείωση υπέστησαν η κατανάλωση και οι εξαγωγές. Ενδεικτικό είναι ότι το β’ τρίμηνο του 2020 η ιδιωτική κατανάλωση ήταν ίση με 28,8 δισ. ευρώ όταν το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019 ήταν ίση με 32,6 δισ. ευρώ.

Από την άλλη οι εξαγωγές μεταποιητικών και ενδιάμεσων προϊόντων εξακολουθούν να παραμένουν προβληματικές συγκριτικά με τις εισαγωγές μεταποιητικών, κεφαλαιουχικών και ενδιάμεσων προϊόντων οι οποίες παραμένουν υψηλές. Οι εξαγωγές της χώρας αφορούν σε κλάδους χαμηλής τεχνολογικής έντασης, όπως η παραγωγή αγροδιατροφικών προϊόντων και προϊόντων χάρτου-ξύλου καθώς και προϊόντων εξόρυξης. Η ποιοτική υποβάθμιση των εξαγώγιμων αγαθών που παράγονται στην Ελλάδα αντανακλά την επιδείνωση της οικονομικής συνθετότητας του εγχώριου παραγωγικού υποδείγματος, καθώς υποχωρεί από την 52η θέση το 2008 στην 55η το 2018 ανάμεσα σε 133 χώρες.  

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ σημειώνει πως ο αναπτυξιακός μετασχηματισμός της χώρας προϋποθέτει μια ολιστική στρατηγική σύμφωνα με: α) τις ανάγκες αύξησης της αυτάρκειας της χώρας σε βασικά καταναλωτικά, ενδιάμεσα και τελικά αγαθά, και β) τη μεταβαλλόμενη δομή της διεθνούς ζήτησης, έτσι ώστε να διασφαλιστεί η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και να αυξηθεί με διατηρήσιμο τρόπο η εξωστρέφεια της οικονομίας.

Επιπλέον, βασικός άξονας που θα ενισχύσει τις προοπτικές εξόδου της οικονομίας από την κρίση είναι η προστασία του όγκου και της ποιότητας της απασχόλησης. Οι σύνθετες ανάγκες των νοικοκυριών καθιστούν αναγκαία τη θεσμική μετάβαση των μισθών, ειδικά του κατώτατου μισθού, από το σημερινό βιοποριστικό επίπεδο προς το επίπεδο της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Η πρόταση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ είναι ότι ο κατώτατος μισθός θα πρέπει να προσαρμοστεί στο 60% του διάμεσου μισθού βάσει ενός προσδιορισμένου χρονοδιαγράμματος το οποίο θα πρέπει να συμφωνηθεί από τους κοινωνικούς εταίρους.

Τέλος, το Ινστιτούτο σημειώνει πως ο σχεδιασμός της οικονομικής πολιτικής πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη το μείζον μήνυμα της υγειονομικής κρίσης του COVID-19, ότι το αναπτυξιακό μοντέλο της υποβάθμισης της εργασίας, των οικονομικών ανισοτήτων, της οικολογικής υποβάθμισης και του κοινωνικού αποκλεισμού των τελευταίων δεκαετιών έκλεισε τον κύκλο του και είναι ξεπερασμένο.

Πηγή: newsit.gr