ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τα “21 Μαθήματα για το μέλλον” του ΣΥΡΙΖΑ, όπως τα περιγράφει το Σχέδιο Απολογισμού 2012-2019 του κόμματος

Εξαιρετικά σχόλια από όλα τα στελέχη της Κουμουνδούρου για τη δουλειά που παρουσίασαν οι Γιάννης Δραγασάκης, Θοδωρής Δρίτσας και Αριστείδης Μπαλτάς

«Πρέπει να κρατήσουμε και να υποστηρίξουμε την ιδέα της κυβέρνησης της Αριστεράς» είναι το πρώτο από τα «21 Μαθήματα για το μέλλον» του ΣΥΡΙΖΑ, όπως παρουσιάζονται σε ειδικό κεφάλαιο του «Σχεδίου Απολογισμού» του κόμματος, που συνέταξαν οι Γιάννης Δραγασάκης, Θοδωρής Δρίτσας και Αριστείδης Μπαλτάς και που παρουσιάζει κατά αποκλειστικότητα σήμερα το news24/7.

Αξίζει να σημειωθεί πως το «Σχέδιο Απολογισμού» συγκεντρώνει μόνο θετικά σχόλια και μάλιστα από το σύνολο των στελεχών της Κουμουνδούρου, ανεξαρτήτως τάσεων, παρά τις όποιες παρατηρήσεις μπορεί αν κάνουν- πράγμα μοναδικό για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Συγκεκριμένα, το σχετικό (δέκατο) κεφάλαιο του «Σχεδίου Απολογισμού», αναφέρει τα εξής:

Μαθήματα για το μέλλον

Κοιτώντας μπροστά οφείλουμε να απαντήσουμε συνεκτικά στο ερώτημα τί πρέπει να κρατήσουμε,

τί πρέπει να διορθώσουμε και σε ποια κατεύθυνση, όπως και τί να αναθεωρήσουμε ή να

εγκαταλείψουμε, από τα πλούσια δεδομένα της εμπειρίας μας.

  1. Πρέπει να κρατήσουμε και να υποστηρίξουμε την ιδέα της «Κυβέρνησης της Αριστεράς». Πέρα από επιτυχίες και αποτυχίες, η ίδια η άνοδος στην κυβέρνηση ενός αριστερού κόμματος όπως το δικό μας σηματοδοτεί τη δυνατότητα των πολιτικών δυνάμεων του αντικαπιταλιστικού ρεύματος να διεκδικούν όρους για τη μερική ή συνολική υλοποίηση ενός σχεδίου κοινωνικού μετασχηματισμού. Στη λογική του «εντός και εναντίον» του νεοφιλελευθερισμού, δηλαδή του «εντός και εναντίον» της σύγχρονης μορφής του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής. Η λογική του πολιτικού αναχωρητισμού, της απόσυρσης στην «ασφάλεια» της αντιπολιτευτικής διαμαρτυρίας, μπορεί ίσως να διασφαλίζει σε ατομικό επίπεδο μια ηθικά διαχειρίσιμη διέξοδο, αλλά δεν εισφέρει σε τίποτε στην προώθηση της στρατηγικής της Αριστεράς. Το να δεχθεί ένα αριστερό κόμμα –σε πλαίσιο έκρηξης των ανισοτήτων, διεύρυνσης των κοινωνικών χασμάτων, κρίσης της δημοκρατίας και κινδύνου κλιματικής καταστροφής– ότι δεν έχει κανέναν ρόλο να παίξει σε μια κυβέρνηση εντός καπιταλισμού είναι επιλογή απολύτως αντίθετη με τα συμφέροντα των υποτελών τάξεων και της κοινωνίας εν γένει. Αν το καλοκαίρι του 2015 είχαμε προβεί σε μια συνειδητή αποχώρηση από την κυβέρνηση, ώστε να μην εφαρμόσουμε μνημόνιο ή, ακόμα περισσότερο, αν είχαμε κινηθεί προς μια επιλογή «άλματος στο κενό», όπως προέκρινε μια μερίδα τότε συντρόφων, ενδεχομένως δεν θα χάναμε ένα τμήμα της κοινωνικής μας στήριξης. Θα χάναμε, όμως, την κοινωνία στο σύνολό της, γιατί θα διαψευδόταν η κυβερνητική μας στρατηγική και θα απαξιωνόταν η στάση ευθύνης που διατηρούσαμε απέναντι στην κοινωνία: να προσπαθήσουμε με όλες μας τις δυνάμεις να κρατήσουμε την κοινωνία όρθια μέσα στο τέλμα της κρίσης.
  2. Η οξύτητα, το βάθος και το πολυεπίπεδο ξεδίπλωμα της κρίσης απελευθέρωσαν κοινωνικές δυνάμεις και οδήγησαν στην αναζήτηση αριστερών κυβερνητικών λύσεων. Προφανώς μια αριστερή κυβερνητική λύση φέρει πολλαπλά φορτία. Ανάλογα με τους τρόπους που είναι σε θέση να τα αντιμετωπίσει, μπορεί να είναι επαναστατική, να είναι ριζοσπαστική, να είναι προοδευτική.

Ο χαρακτήρας της κυβέρνησης καθορίζεται από το ευρύτερο πλαίσιο συσχετισμών και παράλληλα από την ωριμότητα του πολιτικού υποκειμένου. Η κυβέρνησή μας υπήρξε προοδευτική κυβέρνηση σε συνθήκες καπιταλισμού, κυβέρνηση που είχε να αντιμετωπίσει και να διαχειριστεί πολύ ισχυρούς και ιδιαίτερα σκληρούς περιορισμούς, όπως συμπυκνώνονταν στην αναγκαστική αποδοχή από πλευράς μας του τρίτου μνημονίου. Ταυτόχρονα, το κόμμα μας, έχοντας να διαχειριστεί το γεγονός της απότομης εκλογικής του ανόδου και της ανάδειξής του σε κόμμα κυβερνητικής δυναμικής και ευθύνης, όφειλε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα να καλλιεργήσει κυβερνητική ικανότητα. Υποχρεωμένο έτσι να ακολουθεί συχνά μια πρακτική του «ναυπηγώντας εν πλω», ή του μαθαίνοντας εν κινήσει. Είναι ανάγκη να έχουμε στο μέλλον μια σαφέστερη εικόνα των προϋποθέσεων μιας προοδευτικής κυβέρνησης εντός καπιταλισμού, εικόνα που θα λειτουργήσει ως βάση για να ξεπεράσουμε τον αντίστοιχο στενό ορίζοντα. Δεν πρέπει να θεωρήσουμε ότι μόνη προϋπόθεση για να υπάρξει τέτοια κυβέρνηση είναι η επίτευξη της απαραίτητης εκλογικής πλειοψηφίας. Οφειλε να υπάρξει πληρέστερη προετοιμασία ιδεολογικά, προγραμματικά και οργανωτικά. Ο ιδεολογικός και πολιτικός λόγος, όπως και το πρόγραμμα της προοδευτικής κυβέρνησης, οφείλουν να τονίζουν τους όρους και τις προϋποθέσεις από όπου εξαρτάται η έκταση και το βάθος των αλλαγών. Η δε οργανωτική προετοιμασία οφείλει να μεριμνά για συλλογική λειτουργία και στελέχωση που θα υλοποιούν αυτές τις προϋποθέσεις.

  1. Γνωρίζαμε ότι το σχέδιό μας να τεθεί τέλος στη λιτότητα στη χώρα μας απαιτούσε αλλαγές –ή ελαστικοποίηση κανόνων– σε ευρωπαϊκή κλίμακα και ότι δεν ήταν δυνατόν να αντιστραφεί η ευρωπαϊκή πολιτική της λιτότητας αποκλειστικά και μόνο προς χάριν της Ελλάδας. Ούτε βέβαια να διαγραφεί αποκλειστικά το ελληνικό χρέος, χωρίς να συμβεί κάτι ανάλογο και σε άλλες χώρες που ήταν ταυτόχρονα και δανειστές μας και οι ίδιες υπερχρεωμένες. Με αυτήν την έννοια, το σχέδιό μας είχε και λογική και συγκεκριμένα διεθνο-πολιτικά ερείσματα: υπήρχαν και άλλες φωνές στην Ευρώπη που στήριζαν την ίδια γραμμή. Δεν ήταν αυθαίρετο, λοιπόν, να στηριζόμαστε στην εκτίμηση ότι θα υπήρχαν και άλλα αριστερά και προοδευτικά παραδείγματα που θα συνέδραμαν το δικό μας ή, ακόμα περισσότερο, ότι μια δική μας νίκη θα λειτουργούσε ως καταλύτης για αλλαγές και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αυτή ακριβώς την προοπτική πολέμησε το στρατόπεδο Σόιμπλε που υπηρετούσε διαμετρικά αντίθετους στόχους: να αποφευχθεί ρήγμα στην ευρώ-λιτότητα και να αποτραπεί πάση θυσία η επέκταση του ελληνικού πειράματος και αλλού στην Νότια Ευρώπη. Η αλληλεγγύη από κινήματα, αριστερές δυνάμεις και κυβερνήσεις ήταν σημαντική, αλλά όχι αρκετή.

Σε εκείνη τη φάση ακόμα και η μεγάλη μερίδα των σοσιαλδημοκρατών ήταν επιφυλακτική, καθώς φοβόταν πως μια επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα ενίσχυε τις ριζοσπαστικές τάσεις στις γραμμές της. Στον άνισο αυτόν αγώνα, ο οποίος, κυρίως μετά τους πρώτους μήνες του 2015, πήρε μορφή πολέμου και διαρκούς εκβιασμού, είμαστε σχεδόν μόνοι. Όπως αποδείχτηκε και στη πράξη, το εγχείρημα της προοδευτικής κυβέρνησης απαιτεί σημαντική προεργασία στο πεδίο των διεθνών συμμαχιών και συσχετισμών, ώστε η προοδευτική κυβέρνηση να μην απομονωθεί πλήρως κατά την προώθηση του σχεδίου της.

  1. Η μεγάλη σημασία του εγχειρήματός μας είναι κατ’ αρχάς ότι εξήλθαμε από τα μνημόνια, –κάτι το οποίο δεν είχε κατορθώσει καμιά από τις προηγούμενες κυβερνήσεις– ενώ αποφύγαμε ταυτόχρονα τέταρτο μνηνόνιο ή την υπαγωγή της χώρας σε πιστοληπτική γραμμή στήριξης. Με άλλα λόγια, επί της δικής μας κυβερνήσεως έλαβε τέλος ο φαύλος κύκλος των μνημονίων.

Δεύτερον, επιτεύχθηκε ρύθμιση του χρέους, ρύθμιση η οποία προφανώς δεν βρίσκεται κοντά στη δική μας αντίληψη, αλλά παρέχει έναν διάδρομο δεκαετίας με σχετικά χαμηλές δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους και διασφαλισμένη τη βιωσιμότητά του.

Τρίτον, δεν αφήσαμε «καμένη γη» στους επόμενους: είμαστε η μόνη κυβέρνηση που δεν παραδώσαμε άδεια ταμεία αλλά ισχυρά αποθέματα.

Τέταρτον, στηρίξαμε τα αδύναμα τμήματα της κοινωνίας, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουμε την ανθρωπιστική κρίση και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Πέμπτον, διαχειριστήκαμε μια πρωτοφανή σε όγκο και σφοδρότητα προσφυγική κρίση με όρους ανθρωπισμού και αλληλεγγύης

Έκτον, αναβαθμίσαμε τη διεθνή θέση της χώρας και την αναδείξαμε σε παράγοντα σταθερότητας στη περιοχή, ιδίως μετά τη συμφωνία των Πρεσπών. Μολονότι πολλές από τις πληγές της κρίσης παραμένουν, παραδώσαμε τη χώρα σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι την παραλάβαμε.

  1. Τι πετύχαμε για την Αριστερά στην Ελλάδα; Σπάσαμε το ταμπού ότι δήθεν η Αριστερά δεν μπορεί να κυβερνήσει, ότι είναι αποκλειστικά δύναμη διαμαρτυρίας, ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί τα «σύνθετα» προβλήματα της διακυβέρνησης. Δείξαμε ότι η Αριστερά μπορεί, και μάλιστα υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, να διαχειρίζεται ικανοποιητικά, χωρίς, βέβαια, να αποφεύγει τα λάθη, τις υποθέσεις της χώρας. Δημιουργήσαμε έτσι ένα πολύτιμο απόθεμα εμπειριών και ένα σημαντικό εφόδιο για το μέλλον. Δείξαμε, ακόμη, ότι η Αριστερά είναι η δύναμη για να αντιμετωπιστούν τα δύσκολα, εχέγγυο για τη δημοκρατική πορεία της χώρας, στήριγμα των λαϊκών στρωμάτων και των αδύναμων της κοινωνίας, ο μόνος παράγοντας που αποβλέπει με ειλικρίνεια στην προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας και του κράτους. Τι πετύχαμε για την Αριστερά στην Ευρώπη; Κάναμε το χρέος μας απέναντί της. Είμαστε οι πρώτοι οι οποίοι, μέσα στον ασφυκτικό νεοφιλελεύθερο κλοιό λιτότητας, επιχειρήσαμε μια προοδευτική διακυβέρνηση. Έτσι τόσο η θετική όσο και η αρνητική εμπειρία μας συνιστά παρακαταθήκη για την ευρωπαϊκή Αριστερά.
  2. Από την εξέλιξή της, φάνηκε ότι η κρίση δεν ήταν αποκλειστικά οικονομική, αλλά κατ’ αρχάς πολιτική. Συνιστούσε, δηλαδή, κρίση εκπροσώπησης και κρίση νομιμοποίησης των δημοκρατικών πολιτικών διευθετήσεων, κρίση που στράφηκε ενάντια στις κυρίαρχες συστημικές πολιτικές δυνάμεις σε πολλές χώρες. Από αυτήν την πλευρά, εμείς συνιστούσαμε τη δημοκρατική απάντηση στην κρίση, κάτι που υποτιμούν και υποβαθμίζουν με ασυγχώρητη ανευθυνότητα οι αντίπαλοί μας.

Αν δεν είχαμε οικοδομήσει αυτή τη σχέση εμπιστοσύνης με το ελληνικό λαό, μέσα από πολύχρονους, πολυσύνθετους και επώδυνους αγώνες, και αν ο ελληνικός λαός δεν μας αναδείκνυε ως τη δική του δημοκρατική επιλογή, οι εξελίξεις στη χώρα μας θα μπορούσαν να λάβουν δραματικές τροπές προς αντιδημοκρατικές και αυταρχικές κατευθύνσεις. Επιπλέον, προσπαθήσαμε, ατελώς βέβαια, να προωθήσουμε ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης, να συνδέσουμε το οικονομικό και το κοινωνικό, να κοινωνικοποιήσουμε τις πολιτικές μας παρεμβάσεις, να λειτουργήσουμε με έναν διαφορετικό τρόπο απέναντι στην κοινωνία και την κοινή γνώμη. Το ότι όλα αυτά δεν καταφέραμε να τα υλοποιήσουμε στην πληρότητά τους συνιστά μερική αποτυχία.

Ωστόσο διαμορφώσαμε μια προοπτική και ένα πλαίσιο δράσης που θα επιτρέψουν στο σχέδιό μας να υλοποιηθεί πληρέστερα στο μέλλον. Η παρακαταθήκη που φέρουμε είναι ότι ο κόσμος μας ψήφισε γιατί δεν ήμασταν «όμοιοι με τους άλλους», δηλαδή πολιτικά δρώντες του χρεοκοπημένου πολιτικού συστήματος που βύθισε τη χώρα. Αυτή η παρακαταθήκη δεν είναι δεδομένη άπαξ δια παντός. Οφείλουμε να τη διεκδικούμε και να τη δικαιώνουμε διαρκώς. Γιατί, μπορεί μεν να θέσαμε την οικονομία σε τροχιά ανάκαμψης, ωστόσο τα ζητήματα της πολιτικής κρίσης παραμένουν παρόντα και κρίσιμα, όπως επιβεβαιώνει άλλωστε και η διακυβέρνηση της ΝΔ.

  1. Η διάσταση της πολιτικής βούλησης είναι καθοριστική. Αν δεν μιλάγαμε για «κυβέρνηση της Αριστεράς» το 2012 δεν θα βρισκόμασταν σε αυτήν τη θέση. Αν δεν είχαμε εμπλακεί δυναμικά στην εκλογική μάχη, δεν θα μετατρεπόταν η κοινωνική δυναμική σε εκλογική νίκη τον Ιανουάριο του 2015. Αν δεν επιμέναμε στην ανάγκη της διαρκούς και επίμονης διαπραγμάτευσης, δεν θα επιτυγχάναμε το διαφορετικό μείγμα μέτρων που επιτύχαμε. Μολαταύτα, η εμπειρία μας έδειξε καιτην ανάγκη να έχουμε επίγνωση των κινδύνων και να αποφεύγουμε τις παγίδες του βολονταρισμού.

Η πολιτική βούληση είναι πάντα αναγκαία αλλά δεν αρκεί. Η διακυβέρνηση απαιτεί αυτογνωσία, εμπειρίες, μελέτη, προετοιμασία, μεθοδολογία, γνώση, ιδεολογική εγρήγορση. Η παραγνώριση αυτού του παράγοντα οδηγεί σε λάθη, απώλεια χρόνου και δυνάμεων και σε αποπροσανατολισμό από τις πραγματικές λύσεις. Εκτός αυτών, ο διεθνής συσχετισμός παράγει περιορισμούς τους οποίους στο βραχύ χρόνο οφείλουμε να λάβουμε υπόψη. Αλλιώς αποσυνδέουμε πλήρως τη θεωρία και τη βούληση από την πρακτική και την υλοποίηση. Από την άλλη πλευρά όμως, η αναγωγή των αποτυχιών στον δυσμενή συσχετισμό συνιστά αποποίηση της ευθύνης μιας αριστερής κυβέρνησης.

Έτσι κι αλλιώς, εντός καπιταλισμού, η Αριστερά διαχειρίζεται έναν καταρχήν εξαιρετικά δυσμενή συσχετισμό. Πρέπει να γνωρίζουμε πολύ καλά ότι δεν θα πορευθούμε σε ευνοϊκό πλαίσιο, ότι οι αντίπαλες δυνάμεις απορρίπτουν την ίδια την ιδέα της αριστερής κυβέρνησης ασχέτως συγκεκριμένων στοχεύσεων και περιεχομένου πολιτικής, ότι το κεφάλαιο θα είναι εναντίον της προοπτικής του κοινωνικού μετασχηματισμού, ότι τα μίντια θα είναι εχθρικά, ότι το «βαθύ κράτος» θα μας υπονομεύει. Οποιαδήποτε άλλη αντίληψη συνιστά επικίνδυνη αυταπάτη που πρέπει να καταπολεμούμε συλλογικά και ενεργά. Άρα η επίγνωση των ορίων των εφικτών λύσεων όσο και η διαρκής προσπάθεια για τη διεύρυνση αυτών των ορίων είναι απαραίτητα συστατικά της αριστερής κυβέρνησης.

  1. Ως προς το σκέλος των πολιτικών συμμαχιών, επιλέξαμε για μεγάλο διάστημα της κυβερνητικής μας θητείας να συνυπάρξουμε με τους ΑΝΕΛ. Η επιλογή μας αυτή δικαιώθηκε τόσο στο επίπεδο της διεξαγωγής της διαπραγμάτευσης με τους δανειστές, όσο και στο επίπεδο της ολοκλήρωσης του προγράμματος του μνημονίου. Επιπλέον, υπήρξε υποχρεωτική γιατί δεν πρέπει να λησμονούμε τη βαθιά εχθρότητα με την οποία μας αντιμετώπισαν όλα αυτά τα χρόνια οι πολιτικές εκφράσεις του Κέντρου, εχθρότητα που καθιστούσε ανέφικτη την πολιτική σύμπλευση μαζί τους. Μολαταύτα, η συμμαχία με τους ΑΝΕΛ είχε όρια, τα οποία αναδείχθηκαν συγκεκριμένα στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν ήταν δυνατόν να λυόταν η συμμαχία με τους ΑΝΕΛ πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος, αφού αυτή ήταν η εντολή που είχαμε λάβει το Σεπτέμβριο του 2015 και ως προς την εκπλήρωση της οποίας αμφότερα τα κόμματα ήταν απόλυτα δεσμευμένα μέχρι τον Αύγουστο του 2018. Με τη συμφωνία των Πρεσπών προβήκαμε σε μια αξιακή επιλογή, η οποία ήρθε σε αντίθεση με τις αξιακές προτεραιότητες του πρώην εταίρου μας και οδήγησε σε ένα «έντιμο διαζύγιο». Για αυτούς τους λόγους, προοδευτική συμπαράταξη δεν μπορούσε να προκύψει νωρίτερα, αφού ο χώρος του Κέντρου κινούνταν σε σκληρή αντι-ΣΥΡΙΖΑ γραμμή, όπως άλλωστε εξακολουθεί εν πολλοίς να κινείται. Η συμφωνία των Πρεσπών, αλλά και η ολοκλήρωση του προγράμματος του μνημονίου, ανέδειξαν τη δυνατότητα μιας αριστερής-προοδευτικής διεξόδου από την κρίση, διεξόδου που παραμένει βασικό επίδικο για τον αριστερό-προοδευτικό χώρο σήμερα. Αυτό που έχει αλλάξει είναι τα συγκεκριμένα διλήμματα, τα επίπεδα ή πεδία της κρίσης και οι διαχωριστικές γραμμές. Για να το πούμε αλλιώς, η συμφωνία των Πρεσπών δεν πρέπει να ιδωθεί ως αποκλειστικό σημείο προοδευτικής σύγκλισης, αλλά, αντίθετα, ως έκφραση μιας συνολικής πολιτικής αντίληψης, η οποία θέτει στο επίκεντρο τη βαλκανική συνανάπτυξη, την παραγωγική ανασυγκρότηση ενάντια στη λιτότητα και στον νεοφιλελευθερισμό, την ανασύνταξη του κοινωνικού κράτους, την πολιτιστική αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας. Για την εκπλήρωση αυτού του στόχου, χρειάζεται να συνεργαστούμε στο πλαίσιο μιας συμπαράταξης. Πρέπει να ξεφύγουμε από την πολιτική των προσωπικοτήτων και να δουλέψουμε κατά βάσιν με οργανωμένες συλλογικότητες. Να μη φοβηθούμε τη μαζικοποίηση, αλλά και να μη δημιουργήσουμε λέσχη οπαδών. Να σφυρηλατήσουμε πολιτικές συγκλίσεις σε στέρεες ιδεολογικές και προγραμματικές βάσεις, αλλά ταυτόχρονα να μην παρασυρθούμε σε έναν εκλογικίστικο ιδεολογικό εκλεκτικισμό.

Να απευθυνθούμε γενναιόδωρα στους πολιτικούς χώρους του Κέντρου, αλλά ταυτόχρονα να μην αντιμετωπίζουμε τους δυνητικούς συμμάχους αποκλειστικά με όρους συγχρονίας και με διαγραμμένο το πολιτικό τους παρελθόν. Και το κυριότερο, οφείλουμε να αντιστοιχίσουμε το κοινωνικό με το πολιτικό μέτωπο. Στόχος μας δεν είναι απλά να κερδίσουμε τις εκλογές αλλά να προωθήσουμε τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Και αυτό απαιτεί μια μαχόμενη κοινωνία που ξεφεύγει από λογικές ανάθεσης και διεκδικεί τη δική της διαμορφωτική συμμετοχή.

  1. Οποιοδήποτε μετασχηματιστικό πολιτικό εγχείρημα προϋποθέτει την ύπαρξη μιας κοινωνικής συμμαχίας, που λειτουργεί ως το κοινωνικό του στήριγμα. Η κοινωνική συμμαχία που στήριξε την πορεία και την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση προέκυψε από τα μεγάλα κινήματα αντίστασης στη λιτότητα και από τη μεγάλη αποστοίχιση τέως ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ που αναζήτησαν στην Αριστερά την καλύτερη εκπροσώπηση των λαϊκών συμφερόντων. Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 λάβαμε την εντολή να ολοκληρώσουμε το τρίτο «πρόγραμμα προσαρμογής», κρατώντας την κοινωνία όρθια και δίνοντας μάχες για να διευρύνουμε το πεδίο του «παράλληλου προγράμματος».

Ωστόσο υπήρξαν ολιγωρίες. Υποβαθμίσαμε τον διάλογο με τις δυνάμεις της κοινωνίας, υπερτονίσαμε την επικοινωνία μας με τους εκπροσώπους των εργοδοτών, δεν επιδιώξαμε κάποιου είδους επικοινωνία με τη ΓΣΕΕ, αρκεστήκαμε στο να ανταποκρινόμαστε σε πάσης φύσεως αιτήματα από διαφορές πλευρές. Ούτε πριν τη διακυβέρνηση ούτε κατά τη διάρκεια της είχαμε κάποιο επεξεργασμένο σχέδιο για το συνδικαλιστικό κίνημα και τα όργανα του, όπως και για τις στάση μας απέναντι στις οργανώσεις της μεγάλης και της μικρής εργοδοσίας. Ως εκ τούτου δεν μπορέσαμε να διαμορφώσουμε μια στέρεη κοινωνική συμμαχία που θα απέβαινε ενεργό στήριγμα της κυβερνητικής δράσης. Δεν εμπλέξαμε ευθέως και άμεσα την κοινωνία στην κυβερνητική δουλειά, ψηφίζαμε κάποτε νόμους για τους οποίους δεν υπήρχαν οι κοινωνικές δυνάμεις να τους υλοποιήσουν. Οι συνέπειες από την αποδυνάμωση των κοινωνικών μας συμμαχιών έγιναν ιδιαίτερα ορατές στις ευρωεκλογές του Μαΐου 2019, όπου μεγάλο μέρος της εκλογικής μας βάσης επέλεξε να μη μας ψηφίσει. Ωστόσο, στη συνάφεια των εθνικών εκλογών του 2019, η προοπτική της παλινόρθωσης ενός νεοφιλελεύθερη αυταρχισμού συσπείρωσε τα λαϊκά στρώματα σε μια αριστερή-προοδευτική ψήφο, η οποία συνιστά την αφετηρία μας για το μέλλον. Τα αποτελέσματα του Ιουλίου 2019 κατέδειξαν ότι είμαστε το κόμμα των οικονομικά ασθενέστερων και κοινωνικά αποκλεισμένων, το κόμμα της νεολαίας και της προοδευτικής διανόησης, το κόμμα των μισθωτών τάξεων και της λαϊκής μεσαίας τάξης, το κόμμα του μέλλοντος και όχι του δικομματικού παρελθόντος της χρεοκοπίας. Τα στρώματα αυτά δεν μας προσέφεραν άνευ όρων στήριξη.

Υπήρχαν στοιχεία στην πολιτική μας στα οποία άσκησαν κριτική και τα απέρριψαν. Αναγνώρισαν όμως, την ταξική μεροληψία της δράσης μας, το γεγονός ότι η δαιμονοποίησή μας από τα κυρίαρχα συγκροτήματα ενημέρωσης ήταν στην πραγματικότητα μια ταξική επίθεση εναντίον των ίδιων και ενάντια στις καλές μας προθέσεις, ακόμα και αν αυτές δεν οδήγησαν στα επιθυμητά αποτελέσματα.

Οφείλουμε, επομένως, στο επόμενο διάστημα να οικοδομήσουμε οργανωμένα την κοινωνική συμμαχία που προέκυψε από την εκλογική μας βάση και να μεθοδεύσουμε την ανασυγκρότησή μας πάνω σε αυτήν τη συμμαχία.

  1. Η «ταξική μεροληψία» ήταν το βασικό πρόταγμα της πολιτικής μας. Συνιστά την ιδιαίτερη οπτική υπό την οποία προσεγγίζουμε την κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα και η οποία κανοναρχεί την πολιτική μας δράση. Λόγω των αντικειμενικών περιορισμών που απέρρεαν από την εφαρμογή του μνημονίου, είμαστε υποχρεωμένοι να παλεύουμε για τη διεύρυνση του πεδίου του «παράλληλου προγράμματος» και ταυτόχρονα να παλεύουμε για ένα μείγμα μέτρων που αίρουν βάρη από τα λιγότερο προνομιούχα στρώματα. Οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι σε κάποιες περιπτώσεις ήταν σχεδόν αδύνατο να υποστηρίξουμε το ταξικό κριτήριο και να πείσουμε τον κόσμο μας για την ταξική μεροληψία των πολιτικών μας. Παράλληλα διαρρήξαμε εν μέρει τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, μέσω της φορολογικής και ασφαλιστικής πολιτικής μας, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε την ταξική μεροληψία της πολιτικής μας γενικότερα.

Επιπλέον, υποτιμήσαμε τη βαθιά διείσδυση μιας νεοφιλελεύθερης «κοινής λογικής» γύρω από τη σχέση κράτους και κοινωνίας, η οποία πρόβαλε πρόσθετα εμπόδια. Σε κάποιες περιπτώσεις, μπλέξαμε την «ταξική μεροληψία» με μια βραχυπρόθεσμη και αποσπασματική επιδοματική πολιτική και δεν εξηγήσαμε επαρκώς ότι ακόμη και οι παρεμβάσεις αυτού του χαρακτήρα λειτουργούν προς όφελος του συνόλου της κοινωνίας, καθώς ενισχύουν την κοινωνική συνοχή και τη ζήτηση. Επιτρέψαμε στη Δεξιά να σφετεριστεί την έννοια της «μεσαίας τάξης», γιατί, από τη δική μας πλευρά, δεν διαθέταμε ή δεν ενεργοποιήσαμε μια συνεκτική θεωρία του τί είναι «μεσαία τάξη», αναπαράγοντας έτσι, τουλάχιστον έμμεσα, έναν ελιτίστικο αντι-μικροαστισμό που χαρακτηρίζει κάποιες πλευρές της Αριστεράς του 3%.

  1. Με βάση αυτές τις διευκρινίσεις, η μάχη για την ιδεολογική ηγεμονία οφείλει να δοθεί προγραμματικά και κοινωνικά, δηλαδή το κριτήριο της ταξικής μεροληψίας οφείλει να ενταχθεί σε ένα συγκροτημένο πολιτικό πρόγραμμα που θα υλοποιηθεί από ένα ανασυγκροτημένο πολιτικό υποκείμενο. Δε πρέπει να υποτιμήσουμε τον κίνδυνο να περισταλούμε σε κόμμα κοινωνικής μειονεξίας. Αντίθετα, οφείλουμε να υπερβούμε τη μειονεξία με συστηματικό τρόπο ώστε να αποβούμε το κόμμα της κοινωνικής δικαιοσύνης. Πρέπει να ξεφύγουμε από λογικές αποσπασματικών προτάσεων που ανταποκρίνονται μόνο στη στενή συγκυρία και να διαμορφώσουμε μια συνολική πρόταση που θα καλλιεργεί αγωνιστικό και αριστερό ήθος και θα κινητοποιεί τα λαϊκά στρώματα για την υλοποίησή της. Πρόταση που θα εγκαθιδρύει μια «κοινή λογική» που θα αντιμάχεται την νεοφιλελεύθερη «ορθοδοξία». Σε συνάρτηση με τον απαραίτητο και συστηματικό ιδεολογικό αγώνα που εν πολλοίς έλειψε το προηγούμενο διάστημα. Το πρόγραμμα της Αριστεράς έχει και παιδαγωγικό ρόλο: το να αποκρύπτονται οι πολιτικές και ιδεολογικές ορίζουσες πίσω από στενούς εκλογικούς σχεδιασμούς και να λειαίνονται οι αιχμές διαπαιδαγωγεί με λάθος τρόπο τον κόσμο μας. Πρέπει να είμαστε σαφείς ως προς τις αξιακές μας προτεραιότητες, αλλά ταυτόχρονα ανεκτικοί προς την πολυμορφία του εν γένει προοδευτικού χώρου. Πρέπει να παρεμβαίνουμε για να ζυμώσουμε τον κόσμο που έρχεται κοντά μας, αλλά δεν πρέπει να είμαστε παρακολούθημα της πολυμορφίας του. Δεν είμαστε κόμμα αριστερών «αρίστων» ούτε βέβαια κόμμα προοδευτικών «οπαδών». Πρέπει να γίνουμε δύναμη κοινωνικού μετασχηματισμού με συγκεκριμένο και συμπεριληπτικό πρόγραμμα και ταυτόχρονα μαζικό αριστερό κόμμα.
  2. Πολλές φορές και με πολλές αφορμές διαπιστώθηκε ότι, ενώ είχαμε την κυβέρνηση, δεν είχαμε την εξουσία. Αλλά μπορούσε να ήταν διαφορετικά; Ασφαλώς η επέκταση της εξουσίας και της επιρροής της κυβέρνησης σε πλάτος είναι σημαντική. Αλλά σημαντική είναι επίσης η ποιότητα του τρόπου άσκησης της εξουσίας εκεί που την έχουμε, η επίτευξη της απαραίτητης εμβάθυνσης στην προώθηση των αποφάσεών μας. Οι αδυναμίες σε πολλά πεδία δεν οφείλονταν στο ότι δεν είχαμε την εξουσία, αλλά στο ότι δεν αξιοποιήσαμε και δεν ασκήσαμε σωστά εκείνη που είχαμε. Βεβαίως, σε άλλα πεδία συνέβη το αντίθετο: δεν είχαμε τη θεσμική δυνατότητα να ασκήσουμε την πολιτική μας ή αυτό μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο υπό ποικίλους και ισχυρούς περιορισμούς (όπως στον τραπεζικό τομέα, στο ΤΧΣ, σε τομείς του υπουργείου οικονομικών, στο ΤΑΙΠΕΔ κ.ά.) Υπ’ αυτήν την έννοια, μια στρατηγική της Αριστεράς για το μέλλον οφείλει να είναι στρατηγική διακυβέρνησης, αλλά ταυτόχρονα και μετασχηματισμού συστημάτων και δομών εξουσίας, όπως και διαμόρφωσης νέων δομών και θεσμών για την ενίσχυση της διαφάνειας, του κοινωνικού ελέγχου και τελικά της λαϊκής κυριαρχίας.
  3. Είναι γεγονός ότι κατορθώσαμε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να διαμορφώσουμε ένα σώμα στελεχών τα οποία απέκτησαν επάρκεια στη διαχείριση κυβερνητικών ζητημάτων.

Αξιοποιήσαμε σε πολλές περιπτώσεις υγιή στοιχεία της διοίκησης, προσφέροντάς τους χώρο να αναπτυχθούν και να αναγνωριστούν. Σεβαστήκαμε τον χαρακτήρα του δημοσίου, προσπαθήσαμε, έστω ατελώς, να ενεργοποιήσουμε μια νέα σχέση ανάμεσα στους πολίτες και το κράτος. Σε πολλές περιπτώσεις προωθήσαμε μεταρρυθμίσεις «αστικού εκσυγχρονισμού» που είχαν καθηλωθεί για πελατειακούς λόγους από προηγούμενες κυβερνήσεις, ήρθαμε σε αντιπαράθεση (χωρίς επιτυχία πάντοτε) με ειδικά συμφέροντα εντός τους κράτους, καταστήσαμε τις σχέσεις οικονομίας, κράτους και πολιτών λίγο περισσότερο αξιόπιστες. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, καλλιεργήσαμε ένα έντιμο δημόσιο ήθος διαχείρισης, το οποίο, ακριβώς επειδή ήταν έντιμο, βρέθηκε στο στόχαστρο των αντιπάλων μας.

  1. Κεντρικό και πραγματικό πρόβλημα για το μέλλον είναι το ζήτημα του κράτους. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο διαχειριστικό. Αναλάβαμε την κυβέρνηση χωρίς κοινή θεωρητική κατανόηση και συναντίληψη για το είναι το νεοελληνικό κράτος. Η λογική μας διεπόταν από μια αντίληψη που ξεκινούσε από απόψεις (αριστερίστικης) «κατάληψης» του κράτους και έφτανε μέχρι απόψεις ότι το κράτος είναι απολύτως αμερόληπτο ή ότι αποτελείται από ουδέτερους διοικητικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να τεθούν εργαλειακά στην υπηρεσία μιας αριστερής διακυβέρνησης. Αυτές οι αντιλήψεις απέτρεπαν τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη μιας συνολικής μετασχηματιστικής πολιτικής ή, τουλάχιστον, οι σχετικές προσπάθειες υποτιμηθήκαν υπέρ πιο άμεσων αλλά αποσπασματικών διευθετήσεων. Παράδειγμα είναι η εντελώς υποτονική αξιοποίηση της αναπτυξιακής στρατηγικής που διαμορφώσαμε. Στην πραγματικότητα, ενώ είχαμε πρόγραμμα διακυβέρνησης, δεν είχαμε επαρκώς επεξεργασμένα και συγκεκριμένα σχέδια μετασχηματισμών:

πώς αλλάζουν τα πράγματα σε συγκεκριμένους τομείς, πώς προσλαμβάνουν άλλο περιεχόμενο οι θεσμοί, πώς επεκτείνεται η επιρροή μας ως κυβέρνηση. Αφού δεν κατορθώσαμε να διαμορφώσουμε μια συνεκτική αντίληψη περί κράτους, κάθε υπουργείο έφτανε να λειτουργεί απλώς με τη δική του δυναμική, γιατί, επιπλέον, δεν διαμορφώσαμε κεντρικούς συντονιστικούς θεσμούς με δεσμευτική δράση –εκτός του γραφείου του Πρωθυπουργού, το οποίο, όμως, λειτουργούσε ανάλογα και επί των προηγουμένων κυβερνήσεων. Τα ενδιάμεσα συλλογικά κυβερνητικά όργανα, όπως το ΚΥΣΟΙΠ και το ΚΥΣΚΟΙΠ και το ΚΥΣΕΑ, ενώ συνέβαλαν στη διαμόρφωση και στον συντονισμό της πολιτικής στους αντίστοιχους τομείς, δεν είχαν ως αντικείμενο θέματα που θεωρούνταν «εσωτερική υπόθεση» ενός υπουργείου. Δεν είχαμε ενιαία και επεξεργασμένη στάση απέναντι στη δημοσιοϋπαλληλικό σώμα ούτε αξιοποιήσαμε επαρκώς τις όποιες οργανωμένες μας δυνάμεις στα υπουργεία και στις υπηρεσίες, όπου υπήρχαν, ενώ δεν φροντίσαμε έγκαιρα να δημιουργήσουμε νέες δυνάμεις εκεί που δεν υπήρχαν. Δεν είχαμε συγκεκριμένη και προ-διαμορφωμένη πολιτική για κάθε υπουργείο. Αντιμετωπίσαμε τους υπαλλήλους είτε με αποστροφές του τύπου «είναι όλοι τεμπέληδες» είτε με επιλεκτικές συγκλίσεις και συμμαχίες, κάποτε με παράγοντες αμφιλεγόμενης φήμης. Δεν είχαμε γενική πολιτική ανασχεδιασμού του κράτους και της δημόσιας διοίκησης –με κάποιες εξαιρέσεις– ενώ υποτιμήσαμε την ανάγκη διοικητικής ανασυγκρότησης. Η μεταρρύθμιση με κέντρο την «αποκομματικοποίηση» των γραμματέων των υπουργείων και τους τρόπους επιλογής προϊσταμένων δεν ολοκληρώθηκε και άρα δεν δοκιμάστηκε στην πράξη. Δεν κατανοήσαμε τη θέση του ελληνικού κράτους στο πλαίσιο της πολυεπίπεδης διακυβέρνησης και τον βαθμό εξάρτησής του από το ευρωπαϊκό κέντρο.

Υποτιμήσαμε τις αδράνειες του κρατικού μηχανισμού, αλλά και τη συνέχεια του κράτους, την οποία οφείλαμε και εμείς να διασφαλίσουμε. Προσπαθήσαμε με λάθος τρόπο να επιλύσουμε το επικοινωνιακό έλλειμμα, είτε προβαίνοντας σε ευκαιριακές συμμαχίες με μιντιάρχες χωρίς το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, είτε αποτυγχάνοντας να αναβαθμίσουμε επαρκώς τη δημόσια τηλεόραση.

  1. Ένα αριστερό κυβερνητικό εγχείρημα προϋποθέτει καλή γνώση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού. Το κράτος ΔΕΝ είναι ουδέτερο, ούτε συνιστά μηχανισμό απαλλαγμένο από αξιακές και ιδεολογικά φορτισμένες τοποθετήσεις. Έχει αδράνειες, έχει μονομέρειες, διατηρεί το αποτύπωμα του καθεστώτος προ κρίσης, θα προτάξει αντιστάσεις σε προσπάθειες αλλαγής του status quo. Ταυτόχρονα, όμως, το κράτος έχει ρωγμές, περικλείει ζωογόνες δυνάμεις που παραμένουν αναξιοποίητες ή στο «ψυγείο» και προσφέρει δυνατότητες για εναλλακτικές προσεγγίσεις. Αρκεί ο φορέας της εναλλακτικής προσέγγισης να παρεμβαίνει με συστηματικό τρόπο και να διαθέτει μια επεξεργασμένη μεθοδολογία αξιοποίησης των δυνατοτήτων. Ιδιαίτερα, το τι πρέπει να γίνει με τους θεσμούς του «βαθέως κράτους», δηλαδή τα σώματα ασφαλείας και τη δικαιοσύνη, πρέπει να θεωρηθεί μεγάλο ζητούμενο για την επόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς. Οφείλουμε να διαμορφώσουμε μια αριστερή άποψη για αυτούς τους θεσμούς, να ξανασκεφτούμε τη λειτουργία τους στο πλαίσιο ενός αριστερού-προοδευτικού σχεδίου, αφού όμως έχουμε κατανοήσει με την απαιτούμενη επάρκεια τον καθοριστικό ρόλο τους στην προώθηση μιας συντηρητικής και κάποτε ρητά αντιδραστικής κατεύθυνσης στη στρατηγική του όλου ελληνικού κράτους. Αξιοποιώντας εν προκειμένω την πρότερη εμπειρία. Σε ένα πρώτο επίπεδο, οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι ο επιθυμητός εκδημοκρατισμός του «βαθέως κράτους» περνά από μηχανισμούς κοινωνικής λογοδοσίας, από μεγαλύτερη διαφάνεια, από την καλλιέργεια δημοκρατικής κουλτούρας και δημοκρατικού ήθους παντού.
  2. Οφείλουμε, επίσης, να συνειδητοποιήσουμε ότι η κατάκτηση της εξουσίας αποτελεί σύνθετο και απαιτητικό εγχείρημα που απαιτεί τη συγκρότηση ενός πολιτικού υποκειμένου ικανού να διαχειριστεί τα πλέγματα εξουσίας εντός και εναντίον του όλου καπιταλιστικού πλαισίου. Στο επίπεδο της πολιτικής εξουσίας, είναι απαραίτητη η κατανόηση από τη δική μας πλευρά της φύσης και της σύνθεσης του ελληνικού κράτους, της θέσης του στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, της σχέσης του με υπερεθνικές διακυβερνητικές δομές καθώς και με άλλα εθνικά κράτη. Είναι αναγκαίο, όπως είπαμε, να επισημάνουμε τόσο τις δυνατότητες που ενυπάρχουν στο ελληνικό κράτος για την εκτύλιξη ενός μετασχηματιστικού σχεδίου, όσο και τις αδράνειες, τους περιορισμούς και τις αντιστάσεις που πρέπει να υπερβούμε ώστε εν τέλει να το μετασχηματίσουμε.

Υπ’ αυτήν την έννοια, η αριστερή θεωρία για το κράτος θα τροφοδοτεί μια αριστερή στρατηγική για το κράτος, αλλά και η εμπειρία της διαχείρισης των κρατικών δομών θα εμπλουτίζει τη θεωρία με πολύτιμη εμπειρική ύλη.

  1. Παράλληλα οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι στις μεταβιομηχανικές, λεγόμενες, κοινωνίες η εξουσία διαχέεται σε πολλαπλά πεδία της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται πολλαπλοί θύλακες άσκησης καταναγκασμού, οι οποίοι δημιουργούν διακριτά πλέγματα εξουσίας ενίοτε ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Πώς, για παράδειγμα, αντιμετωπίζουμε την ισχυρή αυτονομία των φορέων της οικονομικής εξουσίας σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον κυριαρχίας των διεθνών αγορών; Με ποιές πρακτικές θα υπονομεύσουμε την ιδεολογική ισχύ του νεοφιλελευθερισμού στις σύγχρονες κοινωνίες; Τα υπάρχοντα πλέγματα εξουσίας επιβάλλουν να διαμορφώσουμε μια αριστερή στρατηγική εξουσίας η οποία θα αντιλαμβάνεται ότι η εκλογική νίκη και η κυβερνητική ανέλιξη είναι εγγενώς ατελής αφετηρία για να διαμορφωθεί ένα εγχείρημα κοινωνικού μετασχηματισμού. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα απαιτητικό, χρειάζεται ισχυρή κοινωνική γείωση και προϋποθέτει ένα πολιτικό υποκείμενο έτοιμο να δίνει κρίσιμες μάχες τόσο κεντρικά όσο και τοπικά. Προϋποτίθεται, δηλαδή, ένα πολιτικό υποκείμενο το οποίο θα λειτουργεί ως συλλογικός διανοούμενος, αλλά ταυτόχρονα ως εκπρόσωπος και οργανωτής της κοινωνικής δυναμικής και της κοινωνικής αντίστασης.
  2. Με αυτά δεδομένα, εστίες οργανωμένης σκέψης με δυνατότητα αξιοποίησης ειδικών γνώσεων είναι αναγκαίοι διαμεσολαβητές ανάμεσα στα κοινωνικά κινήματα, τις συλλογικότητες, την ακαδημαϊκή και ερευνητική κοινότητα, το κόμμα και την πολιτική. Η παραγωγή και η στήριξη της αριστερής και προοδευτικής πολιτικής πρέπει να προέρχεται από αντίστοιχους θεσμούς ή οιονεί θεσμούς οι οποίοι, ως φορείς-οχήματα, θα αντιπαραθέτουν την παραγωγή και την προαγωγή ριζοσπαστικών κοινωνικών και οικολογικών ιδεών και προγραμμάτων έναντι των συντηρητικών επιλογών και της πολιτικής υποστήριξης μεμονωμένων ιδιωτών και κέντρων οικονομικής εξουσίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον χρειαζόμαστε αριστερές, προοδευτικές, εναλλακτικές «δεξαμενές σκέψης», για να βεβαιωνόμαστε ότι η πολιτική που προτείνεται και ασκείται από το μέτωπο της προόδου συναρτάται άμεσα με πήγες που εξασφαλίζουν το απαραίτητο επίπεδο πολιτικής και τεχνικής επάρκειας ενώ εδράζουν τις ρίζες και την εστίασή τους στο συμφέρον της κοινωνικής πλειονότητας. Τέτοιοι φορείς-οχήματα μπορούν να χρηματοδοτούνται από τα πολυάριθμα μέλη τους, με σταθερότητα και συνέπεια, με ευθύνη και ζήλο και αυτό να ενισχύει την αξιοπιστία, τη εγκυρότητα και τη ερευνητική παραγωγικότητά τους. Χρειαζόμαστε πολυάριθμους τέτοιους καινοτόμους φορείς λόγου οι οποίοι, σε σχηματισμό δικτύου, θα είναι ικανοί να ισχυροποιούν, να οχυρώνουν και να οργανώνουν θέσεις, παράγοντας με θετικότητα νέες εναλλακτικές προτάσεις. Δεν πρέπει να λειτουργούν ως απομονωμένες νησίδες, αλλά να επικοινωνούν με υπερεθνικά δίκτυα ενδυναμώνοντας τις στρατηγικές τους θέσεις και επηρεάζοντας τους συσχετισμούς δυνάμεων υπέρ της προόδου, οργανώνοντας νέες απαντήσεις τόσο σε επίπεδο κριτικής θεωρίας όσο και σε επίπεδο πολιτικής πρακτικής.

  1. Ο ρόλος του κόμματος αποδεικνύεται καθοριστικός για την προώθηση του σχεδίου μας. Η απόσυρση του κόμματος από τη λήψη των αποφάσεων και τη διαμόρφωση του πολιτικού προσανατολισμού της κυβέρνησής μας συνιστούσε σημαντική ανεπάρκεια την περίοδο της διακυβέρνησης. Κάποιοι θεώρησαν ή αφέθηκαν να θεωρούν ότι το κόμμα κινείται σε άλλο πλαίσιο από την κυβέρνηση, ότι είναι φορέας ρομαντικών προδιαθέσεων, ότι έχει άγνοια των κυβερνητικών πραγματικοτήτων, ότι είναι ερασιτεχνικό σε σύγκριση με τον επαγγελματισμό που απαιτείται στο κυβερνητικό επίπεδο, ότι η ενασχόληση με το κόμμα όσων ασκούν κυβερνητική ευθύνη είναι πάρεργο. Μπορεί κάποιες από αυτές τις απόψεις να φέρουν στοιχεία αλήθειας, αλλά κατά βάσιν είναι λανθασμένες ενώ είμαστε εμείς που επιλέξαμε ή αφεθήκαμε να διολισθήσουμε προς αυτές. Η υποτίμηση του ρόλου του κόμματος έχει τις ρίζες της σε συγχύσεις που επικράτησαν σε προηγούμενες περιόδους του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το ρόλο του κόμματος, των κινημάτων και της ηγεσίας στο συνολικό μας σχέδιο, όπως και σε λογικές «ανάθεσης» που δεν αντιμετωπίστηκαν έγκαιρα και ουσιαστικά. Επιπλέον, η οργανωτική αδυναμία και η στελεχική αφαίμαξη του ΣΥΡΙΖΑ, αντί να τεθεί ως κατεπείγον ζήτημα προς αντιμετώπιση, λειτούργησε ως άλλοθι για την υποβάθμιση του ρόλου του. Το κόμμα δεν είναι απλά εκλογικός μηχανισμός ούτε λέσχη οπαδών. Έχει συγκεκριμένα καθήκοντα, ασκεί συγκεκριμένες λειτουργίες και έχει συγκεκριμένο ρόλο να επιτελέσει. Αυτόν το ρόλο, αυτές τις λειτουργίες και αυτά τα καθήκοντα οφείλουμε να προσδιορίσουμε για την εποχή μας με τρόπο πολύ σαφή. Όπου αυτός ο προσδιορισμός οφείλει να δεσμεύει τη δράση του κόμματος και τις ευθύνες όλων μας. Ιδίως τώρα που βρισκόμαστε στην αντιπολίτευση, το κόμμα είναι το κύριο πεδίο όπου θα διαμορφώσουμε την κυβερνητική πολιτική του μέλλοντος. Στο βαθμό που εισερχόμαστε στον πολιτικό ανταγωνισμό έχοντας απέναντί μας το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, η οργανωμένη παρέμβασή μας στην κοινωνία συνιστά τον εναλλακτικό τρόπο επικοινωνίας ενώ η εσωκομματική μας δημοκρατία την ποιοτική διαφορά σε σχέση με τους πολιτικούς αντιπάλους μας.
  2. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε ένα κόμμα «μαζικό, νεανικό, λαϊκό, δημοκρατικό, σύγχρονο, αριστερό, πράσινο, εκφραστή της προοδευτικής παράταξης» όπως ήδη το προσδιόρισαν ο Πρόεδρος και τα όργανα του ΣΥΡΙΖΑ.

Μαζικό-Νεανικό-Λαϊκό: Αυτά τα τρία στοιχεία είναι αλληλένδετα. Η μαζικότητα και η αντιστοίχιση της κομματικής και της εκλογικής επιρροής είναι ποσοτικός δείκτης μεγάλης σημασίας. Υποδηλώνει κόμμα μεγάλης κλίμακας, που μαθαίνει να συντονίζει τη δράση πολλών ατόμων και δεν λειτουργεί σαν πεφωτισμένη ελίτ. Σε μια εποχή απαξίωσης της πολιτικής συμμετοχής, η ενεργός εμπλοκή των πολιτών σε συλλογικές διαδικασίες αποτελεί το μόνο φάρμακο για την κρίση της δημοκρατίας. Βέβαια, το ποσοτικό κριτήριο πρέπει να συνοδεύεται από μία καίρια ποιοτική διάσταση. Το νεανικό στοιχείο είναι σημαντικό για τέσσερις λόγους:

α) η εμπλοκή των νέων στην κομματική συλλογική ζωή αντιμάχεται τις τάσεις κυνισμού και απάθειας,

β) ανανεώνει τη στελεχιακή και κομματική βάση, γ) ενισχύει τη δυνατότητα κινητοποίησης του κόμματος και

δ) φέρνει σε επαφή το κόμμα με νέες ιδέες και πρακτικές. Το λαϊκό στοιχείο είναι εξίσου σημαντικό γιατί συμπυκνώνει την προτεραιότητα στην εκπροσώπηση των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων στο πολιτικό πεδίο και στο επίπεδο άσκησης πολιτικής. Ο καταπιεσμένος, ο υποτελής, ο αποκλεισμένος, ο περιθωριοποιημένος βρίσκει διέξοδο στη συλλογική δράση, διαμορφώνοντας έτσι τους όρους χειραφέτησής του.

Δημοκρατικό-Σύγχρονο: Εδώ τίθεται το ζήτημα του πώς εμβαθύνουμε τους όρους διεύρυνσης και ανασύνταξης του ΣΥΡΙΖΑ. Σε τί κόμμα θα εισέλθουν τα νέα μέλη και πώς θα το συνδιαμορφώσουν; Με τί είδους συλλογικά όργανα και διαδικασίες; Με ποιά δικαιώματα και ποιες υποχρεώσεις; Οφείλουμε να ορίσουμε κάποιες βασικές αρχές κομματικής οικοδόμησης:

α) Διάταξη του κόμματος σε άμεση συνάρτηση με τον νέο καταμερισμό εργασίας και τις πραγματικότητες της περιόδου της κρίσης, αλλά και με αυτές που αναδύονται από τη διαδικασία υπέρβασής της.

β) Συνδυασμός αντιπροσωπευτικών και αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών στην παραγωγή αποφάσεων στο εσωτερικό του κόμματος

γ) Ενδυνάμωση της περιφερειακής και αποκεντρωμένης οργάνωσης, κυρίως ως προς αποφασιστικές αρμοδιότητες.

δ) Ενίσχυση του εκπαιδευτικού ρόλου του κόμματος.

ε) Δικτύωση σε διαφόρους κοινωνικούς χώρους και μέτωπα. ε) Αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών και των δυνατοτήτων της ψηφιακής πλατφόρμας για τη λειτουργία του κόμματος. Αριστερό-Πράσινο-Προοδευτικό: Αυτός ο προσδιορισμός αφορά το ιδεολογικό σκέλος της διεύρυνσης και ανασύνταξης του κόμματος. Με ποιές ταυτότητες θα κινηθούμε; Το «αριστερό», μετά τα 4,5 τελευταία χρόνια, αναβαπτίζεται στην εμπειρία της «κυβερνώσας Αριστεράς», της Αριστεράς της διακυβέρνησης και των κοινωνικών αγώνων. Δεν μπορούμε να μιλάμε για «αριστερό» χωρίς να συζητάμε τους όρους συγκρότησης και εφαρμογής ενός αριστερού κυβερνητικού προγράμματος που θα εξειδικεύεται στους τομείς της αριστερής κυβερνητικής πολιτικής. Παράλληλα, το «αριστερό» είναι εξ ορισμού και «κινηματικό», σηματοδοτώντας την προσπάθεια σύνδεσης του κυβερνητικού προγράμματος με την κινηματική δράση. Η τελευταία δεν είναι δεδομένη ούτε υπάρχει από μόνη της αλλά καταλύεται, ενεργοποιείται, κινητοποιείται, ενισχύεται και ενδεχομένως φτάνει να πλαισιώνεται από το πολιτικό στοιχείο και τη δράση του κόμματος. Το κόμμα-συλλογικός διανοούμενος οφείλει να βρει τους ενδεδειγμένους στη συγκυρία τρόπους οργανικής διασύνδεσης των δύο διαδικασιών, της κυβερνητικής και της κινηματικής. Επιπλέον, το «αριστερό» οφείλει να ενσωματώνει της βασικές τάσεις της αριστερής κριτικής και να τις αξιοποιεί έμπρακτα προς την κατεύθυνση του κοινωνικού μετασχηματισμού. Παράλληλα οφείλει να ενθαρρύνει την ετερότητα των επεξεργασιών, την αυτονομία της δουλειάς των διανοουμένων και των καλλιτεχνών, την επικοινωνία με άλλους πολιτικούς χώρους, τη σκληρή και γόνιμη κριτική. Το «πράσινο» στοιχείο είναι εξαιρετικά επίκαιρο λόγω της κλιματικής κρίσης ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει ισχυρές παρακαταθήκες πολιτικής οικολογίας τις οποίες οφείλει να ξαναφέρει στο προσκήνιο με ριζικά αναβαθμισμένο τρόπο. Ως προς το «προοδευτικό» τίθενται γόνιμα ερωτήματα: είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός του περιεχομένου της έννοιας «προοδευτικός»;

Καλύπτει τον χώρο από την άκρα Αριστερά μέχρι το κέντρο εν είδει ευρείας παράταξης; Συνιστά ο χώρος εκ δεξιών του ΣΥΡΙΖΑ το προοδευτικό plus του ΣΥΡΙΖΑ; Ο προσδιορισμός αποτελεί τρόπο να ιδωθεί ή να ονομαστεί μια νέα ταυτότητα του ΣΥΡΙΖΑ ως αριστερή-προοδευτική; Σημαίνει αυτό ότι οι στόχοι του κόμματος θα είναι «αριστεροί-προοδευτικοί»; Ούτως ή άλλως πάντως, πέρα από ονόματα και συνθήματα, οφείλουμε να δούμε την ουσία και να εμβαθύνουμε στο περιεχόμενο της πολιτικής μας ιδεολογίας. Είναι η δική μας Αριστερά μια Αριστερά κοινωνικά γειωμένη και πολιτικά ρεαλιστική ή μια «προοδευτική μετα-Αριστερά»;

  1. Το υποκείμενο της προοδευτικής διακυβέρνησης και του κοινωνικού μετασχηματισμού στην εποχή μας είναι πολύμορφο και πολυκεντρικό. Τα κοινωνικά κινήματα δεν είναι εξαρτήματα ή ιμάντες του κόμματος, αλλά συγκροτούνται και δρουν αυτόνομα από το κόμμα η τα κόμματα. Η ίδια η εμπειρία μάς έδειξε ότι η αυτονομία των κοινωνικών κινημάτων και ο σεβασμός της από μέρους μας δεν εμπόδισε αλλά, αντίθετα, υπήρξε όρος για δημιουργική συμπόρευση πολλών και για την έκφραση της κοινωνικής δυναμικής από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η ανάπτυξη των πολύμορφων κινημάτων και των συλλογικών υποκειμένων ευρύτερα δεν υποκαθιστά τον ρόλο του κόμματος αλλά επαναπροσδιορίζει τα καθήκοντα του. Η διασύνδεση αγώνων και αιτημάτων σε ένα συνεκτικό πολιτικό σχέδιο επιτελεί ρόλο απολύτως κρίσιμο, συνιστώντας πεδίο δράσης και τόπο ευθύνης του κόμματος. Το ίδιο ισχύει και για τις ανεξάρτητες «δεξαμενές σκέψης», τα προοδευτικά μέσα επικοινωνίας και τα αλλά συλλογικά κοινωνικά υποκείμενα. Το κόμμα με την ηγεσία του, τα κινήματα, οι δεξαμενές σκέψεις, τα ποικίλα συλλογικά υποκείμενα συγκροτούν ένα αστερισμό υπό όρους σχετικής αυτονομίας, αστερισμό στον οποίο το κόμμα μπορεί να αποτελέσει το κεντρικό σημείο πολιτικής αναφοράς. Η οργανική και δυναμική συνάρθρωση των παραπάνω αποδεικνύεται η περισσότερο αποτελεσματική συνθήκη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ολόκληρη η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία δέκα και περισσότερα χρόνια το επιβεβαιώνει. Με τη διεύρυνση, την ανασύνταξη και τον μετασχηματισμό που επιχειρούμε μπορούμε να διατηρούμε τη φιλοδοξία, όχι μόνο να ενισχύσουμε ποσοτικά και ποιοτικά τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και να διαμορφώσουμε ένα παράδειγμα-υπόδειγμα που να συνιστά απάντηση στη κρίση του κομματικού φαινομένου και συμβολή στην ενίσχυση της δημοκρατία.

Πηγή: news247.gr